ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Μια μεγάλη δυσκολία αισθάνεται κανείς, όταν θελήσει κάτι να γράψει ή κάτι να πει για το Σκεύος της Εκλογής του Χριστού, το μεγάλο Απόστολο Παύλο.

Και η δυσκολία αυτή γίνεται ακόμα μεγαλύτερη στην περίπτωση που θέλει να εξετάσει και να εκθέσει με τα φτωχά του λόγια την πλούσια καρδιά του σκηνοποιού από την Ταρσό. Τον εξαγιασμένο συναισθηματικό του κόσμο. Την κάθετη και οριζόντια διάσταση της αγάπης του.

Αναμφισβήτητα λίγοι άνθρωποι υπήρξαν τόσο πλούσιοι στον ψυχικό τους κόσμο, όσο ο άνθρωπος εκείνος που είδε το όραμα της Δαμασκού. Κι αυτό φάνηκε από τις πρώτε μέρες της ουράνιας κλήσεώς του.

«Ευθέως ου προσανεθέμην σαρκί και αίματι» (πρβλ. Ματθ. ιστ’ 17), δηλαδή, δε συμβουλεύτηκα τη φυσική μου, την ανθρώπινη μου αντίληψη ή τους φίλους μου. «Ουδέ  ανήλθον εις Ιεροσόλυμα – γράφει στην προς Γαλάτας επιστολή του (α’  7) – … αλλά απήλθον εις Αραβίαν». Φορτωμένος με τα τεράστια γεγονότα που είχαν συμβεί και με όσα διδάχτηκε κατά την επικοινωνία του με τον κύκλο των Χριστιανών της Δαμασκού, ο μοναχικός άνθρωπος προχωρεί μέσα στην άδεντρη και φαιά έρημο της Αραβίας. Αυτή η σχεδόν τριετής περίοδος της ζωής του, που ήταν μια ζωή βαθιά εσωτερική, ζωή έντονης επικοινωνίας με τον Κύριό Του, φανερώνει το δυνατό συναισθηματικό κόσμο που έκρυβε μέσα του. Διότι είναι παρατηρημένο πως, για να ζήσει κανείς μόνος του σωστά και θεάρεστα ένα αρκετά μεγάλο διάστημα, είναι απαραίτητο ένα αντίκρυσμα πνευματικότητας, ένα απόθεμα πλούσιας πνευματικής ζωής.

Σ’ αυτό το διάστημα έγινε μέσα του μια τεράστια επεξεργασία, που την υπαινίσσεται στην προς Φιλιππησίους επιστολή του (γ’  7-11).

«Η εξαιρετική φύση του πνεύματος του έχει εναρμονισθεί με το συγκλονιστικό, το μοναδικό γεγονός της ζωής του. Αυτή η εσωτερική επεξεργασία, σύμφωνα με τη διπλή διαίρεση της ανθρώπινης εσωτερικής ζωής, ήταν δυο ειδών: συναισθηματική και διανοητική. Τη μεταβολή στην κατεύθυνση της συναισθηματικής του ζωής την ονομάζει «Ενδύσασθε τον Κύριον Ιησούν Χριστόν» (Ρωμ. Ιγ’ 14), ή «τούτο φρονείσθω εν υμίν ο και εν Χριστώ Ιησού» (Φιλ. β’ 5). Η έξαρση του έδινε χαρούμενα φτερά. Στη βεβαιότητα που αισθανόταν από το χαρακτήρα του προστίθεται τώρα και η καινούρια βεβαιότητα της υπερφυσικής πίστεως και της συνειδήσεως ότι έχει κληθεί με τη μεσολάβηση του Ανανία. Αυτά σιγά-σιγά τα συνόδευε μια σταθερή ηρεμία και πραότητα (Φιλ. δ’ 5), που ήταν πολύ μακριά από την αλύγιστη μόνωση του Φαρισαίου. Κανένα από τα φυσικά ή από τα επίκτητα προτερήματα του δεν πήγε χαμένο. Ούτε η ευρύτητα και το προφητικό βάθος του πνεύματος του, ούτε η οξύτητα της αντιλήψεως του, που είχε εξασκηθεί με το Νόμο, ούτε η ευκολία με την οποία διεγείρονταν τα αισθήματα του, ούτε η αναπόφευκτη συνέπεια του χαρακτήρα του και η τεράστια πειθαρχία της θελήσεως του – κληρονομιά πολλών γενεών. Τα επίγεια συμφέροντα εξαφανίστηκαν γι΄ αυτόν, ως ανυπόστατα, μπροστά στο καινούριο ιδανικό της ζωής, που κάθε άλλη διαγωγή, εκτός από την αφοσιωμένη αγάπη, την απόκλειε ως αντίθετη προς το θέλημα του Θεού. Με λίγα λόγια, τα ύψιστα ενδιαφέροντα ήταν όλα φλόγα» (Holzner J. Παύλος, εκδ. «Δαμασκός», Αθήναι 1971, σελ. 60-61). Έτσι, έχει πολύ δίκαιο ένας νεώτερος Ορθόδοξος θεολόγος να ονομάζει τον Παύλο «ο μεγαλύτερο ανάστημα της χάριτος». Ο ιερός Χρυσόστομος εγκωμιάζει τον μεγάλο Απόστολο, λέγοντας πως συγκεντρώνει στον εαυτό του, και μάλιστα στον ύψιστο βαθμό, τις αρετές όλων των δικαίων και των αγίων της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Και τούτο, χωρίς να λείπει ούτε στιγμή  από τα προβλήματα των Εκκλησιών που ίδρυε σε όλη την οικουμένη (Πάσχου Π., Έρως Ορθοδοξίας, εκδ. «Αστήρ», Αθήναι 1964, σελ. 241). Και προσθέτει: «Ουδέν της Παύλου ψυχής μακαριώτερον, επειδή μηδέν γενναιότερον» (Migne 62, 205 και 61, 47). ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…