Ιερά και Βασιλική Μονή Παναγίας Πωγωνιωτίσσης ΒοτσάςΗ Μονή Βοτσάς ή Βουτσάς αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, βρίσκεται ανάμεσα στα χωρία Γρεβενίτι, Φλαμπουράρι και Δόλιανη του Δήμου Ζαγορίου, μεταξύ της δασωμένης πλαγιάς και του περίπου 70 στρ. αμπελώνος πάνω από τη ανατολική όχθη του ποταμού Βάρδα, επί της ΄΄βασιλόστρατας΄΄, η οποία οδηγούσε προς την Κωνσταντινούπολη.

Η περιοχή υπήρξε άλλοτε σημαντικός σταθμός των καραβανιών, που ταξίδευαν από τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία προς την Ήπειρο και αντίστροφα, ακολουθώντας μία από τις σημαντικότερες οδικές αρτηρίες επί Ρωμαϊκής εποχής και Τουρκοκρατίας. Μια οδική αρτηρία που ξεκίναγε από την Θεσσαλία και τη Δυτική Μακεδονία, πέρναγε από το οροπέδιο Πολιτσιές του Μετσόβου –όπου και οι πηγές του Αώου ποταμού-, κατέβαινε στη Μονή Βοτσάς κι από κει ακολουθούσε τον ποταμό Βάρδα για να καταλήξει στα Γιάννενα ή το Κεντρικό και το Δυτικό Ζαγόρι, για να φτάσει στην Κόνιτσα κι’ από κει, κατά μήκος του Αώου ποταμού, στο Ιόνιο πέλαγος.

Το τελευταίο αυτό δρομολόγιο –από τις εκβολές του Αώου ποταμού προς τις πηγές του-ακολούθησε, κατά την παράδοση, και ο Αυτοκράτορας του Βυζαντίου Κωνσταντίνος Δ’ ο Πωγωνάτος, επιστρέφοντας από την Σικελία στην Κωνσταντινούπολη και ιδρύοντας κατά τη διαδρομή του τη Μονή Μολυβδοσκέπαστης στο ομώνυμο χωριό της Κόνιτσας, τη Μονή Μεταμόρφωσης του Σωτήρα στην Κλειδονιάβιστα, ένα εικόνισμα στο χωριό Λιασκοβέτσι, τη Μονή Βοτσάς και τη Μονή Λιμποχόβου στην Κουτσούφλιανη Καλαμπάκας.

Η Μονή Βοτσάς ιδρύθηκε από τον Κωνσταντίνο Δ’τον Πωγωνάτο (668-685) το έτος 672. Ο Λαμπρίδης αναφέρει «Ἡ Μονή αὕτη, ἐπ’ ὁνόματι τῆς Κοιμήσεως σεμνυνομένη ἱδρύθη κατά τινά ἐπιγραφήν ἐπί τοίχου δεξιᾶ τω εἰσιόντι εἰς τόν νάρθηκα τῆς ἐκκλησίας ΄΄ἀναλώμασι τοῦ εὐσεβεστάτου Βασιλεώς Κωνσταντίνου του Ἀπογονάτου΄΄. Το ίδιο βεβαιώνει και ο Αραβαντινός ο οποίος γράφει «Ἡ ἵδρυσις αὐτοῦ ἀνάγεται εἰς την ἐποχήν τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Πωγωνάτου, εἰς κοινήν παράδοσιν βασιζομένη, και ὅτι ἀλλοτε, πρίν ἤ το Μέτσοβον ἐνοικισθῆ, οἱ Ἡγούμενοι αὐτοῦ εἶχον καί ἐξαρχικήν ἐποπτείαν ἐπί τῶν Βλαχικῶν χωρίων τῶν μεταξύ τῶν περιοχῶν Ζαγορίου και Μαλακασίου ἐνιδρυμένων».

Το όνομά της η Μονή, σύμφωνα με τον Λαμπρίδη, το οφείλει στο ομώνυμο χωριό ΄΄Βότσα΄΄ ή ΄΄Μπότσα΄΄ που υπήρχε στην περιοχή αυτή κατά την εποχή του Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου : «Ὠνομάθη δ’ οὕτω ἐκ τοῦ μεγάλου καί σημαντικοῦ χωρίου Βοτσᾶς, Β. τῆς μονῆς κειμένου καί ἐξ 800 οἰκιῶν συνισταμένου. Ἤκμαζε δε σφόδρα τοῦτο ἐπί τῶν Βυζαντινῶν καί διελύθη ἀκολούθως ἐπί τῶν Τουρκικῶν ἀνωμαλιῶν».

Το Μοναστήρι καταστράφηκε κατά την άλωση της Ηπείρου από τους Τούρκους το 1430. Πυρπολήθηκε από τα στρατεύματα του Καρά-Σινάν Πασά, ο οποίος είχε σταλεί από τον Σουλτάνο Μουράτ να υποδουλώσει τη Φραγκοκρατούμενη τότε Ήπειρο ενώ σώθηκε μόνο το Καθολικό της.

Πρόκειται για ναού ρυθμού τρίκογχου σταυροειδούς με εσωτερικό τρούλο. Αποτελείται από πρόναο, λιτή και Ιερό Βήμα. Είναι εσωτερικά κατάγραφος από μοναδικές σε τέχνη και θεματολογία αγιογραφίες. Σύμφωνα με κτιτορική επιγραφή του καθολικού της, ανακαινίστηκε και ιστορήθηκε το 1680, από τον ιερέα και πρώτο ηγούμενο του Μοναστηριού Αθανάσιο, τους ιερομονάχους Νικόδημο και Αννανία και τον ιεροδιάκονο Δανιήλ. Η επιγραφή έχει ως εξής:

«Ἡγέρθι ἐκ βάθρ(ων) ὁ θεῖος οὗτος κ(αί)

πάνσεπτος ναός τ(ῆς) Μεταστάσεως

Κυρί(ας) Θ(εοτό)κου δι’ ἀναλώματος τοῦ

εὐσεβεστάτου κ(αί) ἁἰδήμου βασιλέως

Κωνσταντίνου τοῦ Ὑπογονάτ(ου) ἁνάκ(αι)νι-

σθ(είς) κ(αί) ἱστοριθ(είς) πἁρἁ τινός ἐλαχίστου

τῶν ἀὑτοῦ ἰἑρο(μονά)χ(ων) κύ(ρ)

Νικοδήμου κ(αί) κύρ Ἀννανί(ου), Δανιήλ

ἰεροδιακόνου κ(αί) τ(ῶν) λιπ(ῶν),

ἀρχιερατεύοντος τοῦ π(αν)ἱεροτάτου αὐθ(εν)τός

δεσπότου κ(αί) μητροπολίτου τ(ῆς) ἁγιωτάτ(ης)

μητροπόλεως Ιωἁννίν(ων) (τοῦ)κυρίω κύρ

Κλήμεντα, ἐν ἔτει Α.Χ.Π.»

Αναφέρει και πάλι ο Λαμπρίδης «Μετά την ἅλωσιν (1431) μόνο ἡ ἐκκλησία καί ὁ τροῦλλος ἐσώθη καί 70 χρόνους ἔμεινεν ἔρημος καί ἔπειτα ἀνέκτισαν κελλιά καί καστρότοιχα και ἐχρησίμευε τό εἰσόδημα διά ζωοτροφίαν τοῦ κόσμου». Ο Επίσκοπος Ευστάθιος Σκάρπας σημειώνει χαρακτηριστικά «..Καί πάλιν ἡ Κυρία Θεοτόκος ἐσύναξε πατέρας και ἡγουμένους και ἀνέκτισαν κελλιά μεγαλοπρεπῆ, καστρότοιχα ὡς φαίνεται ἀξιοθαύμαστα…»

Στη μακρόχρονη πορεία της ιστορίας μέσα από πολλά προβλήματα και δυσκολίες, η Ι.Μονή διατηρήθηκε ως ενεργό ανδρικό μοναστήρι με ηγούμενο τον Παντελεήμονα μέχρι το 1943, οπότε και το έκαψαν οι Γερμανοί. Μια νέα πυρκαγιά το 1993 θα την αφήσει πλέον έρημη, ιεροσυλημένη και λεηλατημένη μέχρι το έτος 1998 οπότε επανδρώθηκε ξανά και ξεκίνησε η λειτουργία και η ανακαίνισή της που συνεχίζεται μέχρι σήμερα σε πολλαπλές κατευθύνσεις, την συντήρηση των τοιχογραφιών και του Ι.Ναού, την αποκατάσταση των κελλιών και των λοιπών βοηθητικών χώρων, την διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου και την αξιοποίηση του αμπελώνα των 70 περίπου στρεμμάτων.

Η Ι.Μονή πανηγυρίζει στην απόδοση της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στις 23 Αυγούστου, οπότε και εκτίθενται σε προσκύνημα τα Ιερά Λείψανά της μεταξύ των οποίων και τεμάχιον του Τιμίου Σταυρού, πολύτιμο αφιέρωμα του κτήτορα Αυτοκράτορά της.

Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφτείτε την ιστοσελίδα της Ιεράς Μονής από όπου προέρχονται και οι φωτογραφίες: