Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου «Χρυσολεοντίσσης» Αιγίνης ~ Ιστορημένα Θαύματα της Παναγίας της Χρυσολεόντισσας

Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου «Χρυσολεοντίσσης» Αιγίνης ~ Ιστορημένα Θαύματα της Παναγίας της Χρυσολεόντισσας

Σύμφωνα με τοπική παράδοση αρχικά η Μονή ήταν κτισμένη πλησίον του παραθαλάσσιου χωριού Λεόντι, με αποτέλεσμα να είναι ευάλωτη στις αλλεπάλληλες επιδρομές των πειρατών και των Αγαρηνών. Έπειτα από τρεις διαδοχικές καταστροφές της, αποφασίστηκε η μεταφορά σε σημείο μακριά από τη θάλασσα, ώστε να μην είναι ορατή και εύκολα προσπελάσιμη από τους εχθρούς της.

Όταν άρχισε η ανέγερση της συνέβη το εξής θαυμαστό γεγονός. Τα εργαλεία τα οποία άφηναν οι κτίστες στο χώρο της ανεγέρσεως, το πρωί δεν τα εύρισκαν εκεί αλλά στην σημερινή θέση της Μονής. Όταν το θαύμα επαναλήφθηκε τρεις φορές, οι μοναχοί κατάλαβαν το μήνυμα και ανήγειραν το μοναστήρι τους στην σημερινή  τοποθεσία κατά τα έτη 1600-1614 μ.Χ.

Το μοναστηριακό συγκρότημα είναι σχήματος τετραγώνου. Στο κέντρο της αυλής και σε υψηλότερο επίπεδο είναι κτισμένο το καθολικό ρυθμού τρίκλιτης βασιλικής(1808), αφιερωμένο  στην Κοίμηση της Θεοτόκου, τον Άγιο Διονύσιο και τον Άγιο Χαράλαμπο. Εντυπωσιακό είναι το ξυλόγλυπτο τέμπλο με τις εντυπωσιακές παραστάσεις από την Π. Διαθήκη, μορφές αγίων, αγγέλων, ευαγγελιστών κ.λπ.

Σέμνωμα της Μονής είναι η αργυρεπενδυμένη εικόνα της Παναγίας Χρυσολεοντίσσης, τοποθετημένη στην άκρη του τέμπλου προς την βόρεια πύλη του Ιερού. H εικόνα χρονολογείται τον 15ο και 16ο αιώνα.  Το προσκυνητάριο της Παναγίας βρίσκεται στο αριστερό κλίτος του ναού, δίπλα στο ξυλόγλυπτο, έργο τέχνης λαϊκών μαστόρων, τέμπλο που φτιάχθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 1814.

 

H υπάρχουσα Ιερά Μονή ανηγέρθη τα έτη 1600-1614 στη θέση όπου βρίσκεται, ενώ ο πρώτος Ναός καταστράφηκε από σεισμούς και πυρκαγιά. Το σχήμα της Μονής είναι τετράγωνο όπως και των βυζαντινών μοναστηριών.Ο κυρίως ναός βρίσκεται στο κέντρο της αυλής και στο υψηλότερο επίπεδο.

Στην ίδια θέση ανηγέρθη νέος ναός το 1808, βυζαντινού ρυθμού, που σώζεται ώς σήμερα. O ναός είναι τρισυπόστατος, αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου, στον Αγιο Χαράλαμπο και στον Αγιο Διονύσιο. Εχει τρεις εισόδους στον πρόναο και δεξιά στην κυρία είσοδο υπάρχει μαρμάρινη φιάλη που χρησιμοποιείται για τον αγιασμό. Στο τέμπλο υπάρχει επιγραφή με τα ονόματα των μαστόρων «διά χειρών Ιωάννου, Δημητρίου, Αθανασίου και Ευσταθίου», στη δε μεσαία και Ωραία Πύλη «διά συνδρομής Κυρίλλου ηγουμένου Λαμπαδαρίου και των πατέρων».

Άποψη του εσωτερικού προαύλιου χώρου της Μονής

Βόρεια από το καθολικό υψώνεται αγέρωχος ο μεγάλος πύργος της Μονής, που κατά την παράδοση, ανοικοδομήθηκε για την προστασία από του πειρατές.

 

Το συγκρότημα έχει διατηρήσει τη φρουριακή όψη που είχε ήδη από τον 17ο αιώνα. Έχει τετράγωνη κάτοψη και περιβάλλεται από ψηλά κτήρια κελλιών, με πυργίσκους, πολεμίστρες και μικρά παράθυρα τοποθετημένα ψηλά. Στο κέντρο του υψώνεται ο τριώροφος οχυρός πύργος που χρονολογείται στο 1610 ενώ δίπλα του, στο ψηλότερο επίπεδο, είναι κτισμένο το καθολικό, που χρονολογείται στο 1808 και έχει κτιστεί στη θέση παλαιότερου, που καταστράφηκε από σεισμό και πυρκαγιά.

Είναι τρίκλιτη βασιλική, αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, στον Άγιο Διονύσιο και στον Άγιο Χαράλαμπο. Στο εσωτερικό του εντυπωσιάζουν  η επαργυρωμένη εικόνα της Χρυσολεόντισσας που λέγεται ότι χρονολογείται στον 15ο ή 16ο αιώνα και το όμορφο ξυλόγλυπτο τέμπλο του 1814.

Το Καθολικό της Μονής

Με σιγίλλιο του Οικουμενικού πατριαρχείου η μονή αναγνωρίστηκε ως «Σταυροπήγιο». Σημαντικότατη υπήρξε η δράση της μονής κατά την επανάσταση του 1821. Μετά τη δημιουργία του ελευθέρου ελληνικού κράτους η Μονή με το διάταγμα του Όθωνος θεωρήθηκε διατηρητέα εν λειτουργία και προσαρτήθηκε σ’ αυτήν ως μετόχι η διαλυθείσα Μονή Φανερωμένης Σαλαμίνος. Η ιστορία της έχει συνδεθεί με την προσωπικότητα του Αγίου Νεκταρίου, που την επισκεπτόταν συχνά. 

Άποψη της εισόδου της Μονής

Η μονή λειτούργησε χωρίς διακοπή ως ανδρική, μέχρι και το  1935, έτος κατά το οποίο  ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος  διαπιστώνοντας την παντελή εγκατάλειψη της, την μετέτρεψε με βασιλικό Διάταγμα σε γυναικεία.

 Για το σκοπό αυτό  απέσπασε  από την μονή του Αγίου Νεκταρίου πέντε μοναχές. 

Το Προσκύνημα του Αγίου Νεκταρίου

Το Προσκύνημα του Αγίου Νεκταρίου στον τόπο που ο άγιος προσευχήθηκε για τελευταία φορά στην Παναγία Χρυσολεόντισσα.

Στα χρόνια που ακολούθησαν έγιναν εργώδεις προσπάθειες για την ανακαίνιση της ιστορικής Μονής. Η ηγουμενία ανατέθηκε στην «ευσεβή και διακριτική» διακόνισσα Μαγδαληνή  η οποία, με τη συμβολή και της συνοδείας της, πραγματοποίησε ριζική ανακαίνιση. Έργο πού συνέχισαν και οι  μετέπειτα γερόντισσες Ευβούλη και Θεοδούλη καθώς και η σημερινή γερόντισσα  Ευπραξία.

Το εξαιρετικό τέμπλο της Μονής

Σήμερα παντού επικρατεί η τάξη και ή ομορφιά. Οι αδελφές, εκτός από τη συντήρηση και τον εξωραϊσμό  των κτισμάτων της μονής και των μετοχίων της, μεριμνούν για την φιλοξενία των πολυάριθμων προσκυνητών και ασχολούνται με τις αγροτικές καλλιέργειες και την οικόσιτη κτηνοτροφία

Άποψη του περιβάλλοντος της Μονής

 
Στη Μονή που η ιστορία της έχει συνδεθεί με την προσωπικότητα του Αγίου Νεκταρίου, που την επισκεπτόταν συχνά, λειτουργούν έξι παρεκκλήσια. 
 
Το παρεκκλήσιο των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, του αγίου Αθανασίου, του αγίου Νεκταρίου, του Αποστόλου Ανδρέα, του αγίου Λεοντίου και της αγίας Μαγδαληνής (κοιμητήριο).
 

Το Παρεκκλήσιο του Αγίου Νεκταρίου                                                

Ημέρες πανηγύρεων:

 
Η μονή πανηγυρίζει στις 15 Αυγούστου της Κοιμήσεως της Θεοτόκου όπου και γίνεται σπουδαίο πανηγύρι με χιλιάδες επισκέπτες, στις 29 Ιουνίου των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, στις 23 Αυγούστου (Παναγία Φανερωμένη)  και στις 30 Νοεμβρίου στην εορτή του Αγίου Ανδρέα. 
 

Μεταφορά στην Ιερά Μονή:

 
Η πρόσβαση στην Μονή με το Ι.Χ αυτοκίνητο είναι πολύ καλή και φτάνει έως την εξώπορτα ενώ η πρόσβαση είναι δυνατή και με πούλμαν 50 θέσεων, χρειάζεται όμως προσοχή αφού ο δρόμος είναι στενός και στρωμένος με τσιμέντο. Αν δεν έχετε δικό σας μέσο μεταφοράς μπορείτε να επισκεφθείτε το ναό με ΤΑΧΙ. Η πιάτσα των ΤΑΧΙ του νησιού βρίσκεται μπροστά ακριβώς στο κεντρικό λιμάνι της Αίγινας.
 
Η διαδρομή προς το μοναστήρι της Παναγίας της Χρυσολεόντισσας είναι μια αξέχαστη εμπειρία. Η θέα είναι μοναδική, η φύση βρίσκεται παντού και η Αίγινα δείχνει για μια ακόμη φορά ένα από τα πολλά πρόσωπά της! Τα πετρώματα σχηματίζουν εικόνες τις φαντασίας και τα προσκυνήματα ολόγυρα βρίσκονται σε σημεία με πανέμορφη θέα. Κατά σειρά θα δείτε το «Χέρι της Παναγίας», ένα μικρό πέτρινο εκκλησάκι της Μεταμόρφωσης, το σημείο που προσευχήθηκε ο Άγιος Νεκτάριος και βέβαια δεξιά και αριστερά υπάρχουν μονοπάτια με άλλες μικρά ξωκλήσια. Δεξιά προς το βουνό του «ενός δέντρου» η θέα είναι συγκλονιστική.
 

Ώρες επισκεπτηρίου:


Οι ώρες επισκέψεων είναι από τις 07.30 το πρωί έως τις 13.00 το μεσημέρι και από τις 16.00 το απόγευμα έως και την δύση του ήλιου.
 

Επικοινωνία:

Το τηλέφωνο επικοινωνίας  είναι: (+30) 22970 62100

Ταχυδρομική διεύθυνση: Ιερά Μονή Παναγίας Χρυσολεόντισσας, Κοντός Αίγινας, 18010

Ευχαριστούμε θερμά την Ηγουμένη της Ιεράς Μονής, Μοναχή Ευπραξία και τη συνοδεία της, για την ευγενική τους συνεργασία, φιλοξενία και ευλογία για το παρόν μικρό αφιέρωμα στην ιστορική Μονή της Παναγίας της Αγιοτόκου Νήσου Αίγινας.

ΘΑΥΜΑΤΑ

Πλήθος θαυμάτων έχουν καταγραφεί, από πιστούς που θεραπεύτηκαν «αλείφοντας με λαδάκι από το καντήλι της Παναγίας», τη σπονδυλική στήλη, το σκοτισμένο κεφάλι, τους διεγνωσμένους όγκους. Τα θαύματα είναι ιστορημένα, με ονόματα και διευθύνσεις στο βιβλιαράκι της Μονής. Και μόνον η επίσκεψη στον γαλήνιο αυτό τόπο, η προσκύνηση της εικόνας στο δροσερό ημίφως του ναού, η επαφή με τη φύση, με τα ήμερα οικιακά ζώα, κότες, χήνες και, έως πρόσφατα, στρουθοκαμήλους και παγώνια, ηρεμεί την ψυχή, καθαρίζει τον νου, ενδυναμώνει την πίστη, αλαφρώνει τον άνθρωπο από τις έγνοιες.

Ἡ Παναγία ἐνισχύει τὰς πρώτας ἀδελφάς.

Ὅταν παρελάβομεν τὴν Μονὴν δὲν εὕρομεν τίποτε. Ὑπῆρχε μόνον εἰς μίαν δαμιζάναν ὀλίγον λάδι κάτω-κάτω. Ἕνα πρωΐ, μετὰ τὴν ἀκολουθίαν, ἐπῆγε ἡ μοναχὴ κελάρισσα νὰ πάρῃ τὸ ὀλίγον λάδι ποὺ ὑπῆρχε καὶ εὗρε τὴν δαμιζάναν γεμάτην καὶ ἤρχισε νὰ χύνεται κάτω. Μετὰ μεγάλης συγκινήσεως ἔτρεξε καὶ τὸ ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Γερόντισσαν Ἡγουμένην Μαγδαληνήν, ἡ ὁποία ἐλθοῦσα εἶδεν ἀληθῶς τὸ παράδοξον θαῦμα καὶ μετὰ δακρύων καὶ δοξολογίας ηὐχαρίστησε τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον διὰ τὴν μητρικήν της φροντίδα.

Ἡ Παναγία φροντίζει καὶ διὰ τὰ μικρὰ ὑλικὰ ἀγαθά.

Τὰ πρῶτα χρόνια ποὺ τὸ Μοναστήρι εἶχε μεγάλη συνέχεια συνέβη τὸ ἑξῆς: Προκειμένου νὰ μαγειρεύσῃ ἡ μαγείρισσα ἦλθε στεναχωρημένη εἰς τὴν Ἡγουμένην Μαγδαληνὴν καὶ εἶπε: Γερόντισσα, πῶς θὰ μαγειρεύσω ποὺ δὲν ἔχομεν καθόλου ἁλάτι; Ἡ Γερόντισσα τῆς ἀπήντησε: Δὲν πειράζει, φᾶτε καὶ σεῖς μία φορὰ ἀνάλατο φαγητό, ἐγὼ πῶς τρώγω! Τὴν στιγμὴν ὅμως ἐκείνην ἐκτύπησε ἡ ἐξώπορτα καὶ ἐμβῆκε μιὰ γρηούλα ἡ ὁποῖα πλησιάσα τὴν Ἡγουμένην τῆς ἔδωσεν ἕνα δεματάκι, λέγουσα: Γεροντισσοῦλα μου, νὰ μὲ συγχωρῇς, δὲν εἶχα ἄλλο νὰ σοῦ φέρω καὶ σοῦ ἔφερα αὐτὸ τὸ λίγο ἀλατάκι ποὺ εὑρέθη στὸ σπίτι μου. Ἡ συγκίνησις διὰ τὴν γρήγορη ἀπάντηση τῆς Παναγίας στὴν ἔλλειψι τοῦ ἀλατιοῦ ὑπῆρξε μεγάλη καθὼς καὶ τὰ αἰσθήματα χαρᾶς καὶ εὐχαριστίας διὰ τὴν πρόνοιάν Της πρὸς τὰς ἀνάγκας τῶν ἀφιερωμένων ἀδελφῶν τῆς Μονῆς Της.

Παρόμοιον.

Μᾶς εἶχε συνηθίσει ἡ Γερόντισσά μας, ὅταν ἄρχιζε ἡ Ἁγία Τεσσαρακοστή, τὸ πρῶτον Σάββατον νὰ μᾶς κάμνῃ σπανακόπιτα. Ἐπλησίαζε τὸ Σάββατο καὶ λέγει ἡ μαγείρισσα στὴν Ἡγουμένη: Γερόντισσα σπανάκι δὲν ἔχομεν, δὲν θὰ κάμωμεν ἐφέτος σπανακόπιτα; Ἡ Γερόντισσα ἀπήντησε: Κάμετε προσευχὴ καὶ ἐὰν ἡ Κυρία μας Θεοτόκος τὸ ἐπιτρέψῃ θὰ ἔλθῃ καὶ τὸ σπανάκι. Ἡ μαγείρισσα, ὀλίγον στενοχωρημένη, ἀπήντησε: Εὐλογημένον, θὰ περιμένωμεν.

Τὸ ἀπόγευμα τῆς ἰδίας ἡμέρας κτυπᾶ ἡ ἐξώθυρα καὶ μπαίνει μία γνωστὴ καὶ ἀγαπητή μας γυναῖκα, Θεώνη λεγομένη, ἀπὸ ἕνα μακρυνὸ χωριό, κρατῶντας ἕνα μικρὸ μπουκαλάκι στὸ χέρι καὶ ἕνα σακκὶ στὸν ὦμο. Ἐπλησίασε τὴν Γερόντισσά μας καὶ τῆς εἶπε: Γεροντισσοῦλα μου ἐσκέφθηκα τὶς ἀγαπημένες καλογρηές σου καὶ σᾶς ἔφερα λίγο σπανάκι καὶ λίγο λαδάκι νὰ κάμουν μιὰ σπανακόπιτα.

Πράγματι εἰς ἐκείνους ποὺ ἀγαποῦν τὸν Θεὸν καὶ φυλάσσουν τὰς ἐντολάς Του ὅλα συνεργοῦν εἰς τὸ καλόν. Διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν φανεροῦται ἡ ἄγρυπνος Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ἡ θαυματουργοῦσα καὶ ἐλπίζουσα πίστις, ἡ ὁποία κάμνει τὰ δύσκολα εὔκολα. Τὸ Γραφικὸν «θέλημα τῶν φοβουμένων αὐτῶν ποιεῖ καὶ τῆς δεήσεως αὐτῶν εἰσακούει», ὡς καὶ τὸ «ἐπίῤῥιψον ἐπὶ Κύριον τὴν μέριμνάν σου καὶ αὐτὸς σὲ διαθρέψῃ», οὐδέποτε πρέπει νὰ λησμονοῦμε, διότι ὁ Θεός, ἡ Παναγία καὶ οἱ Ἅγιοι Πάντες εὑρίσκονται πολὺ κοντά μας καὶ πρόθυμοι νὰ μᾶς βοηθήσουν εἰς ὅλα τὰ προβλήματά μας, ἀρκεῖ μὲ πίστι νὰ ζητοῦμε αἰτήματα δίκαια καὶ συμφέροντα εἰς τὰς ψυχάς μας.

Λύσις ἀνομβρίας μετὰ τὴν λιτάνευσι τῆς θαυματουργοῦ εἰκόνος τῆς Παναγίας Χρυσολεοντίσσης Αἰγίνης.

Τὸ σχετικὸ θαῦμα τὸ παραθέτουμε ὅπως ἀναφέρετε εἰς τοπικὴν ἐφημερίδα τοῦ 1966.

«ΕΓΙΝΕ ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΙΓΙΝΑ

ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

Τὸ θαῦμα τῆς βροχῆς κρατεῖ σὲ πρωτοφανῆ συγκίνησι τὸ λαὸ τῆς νήσου Αἰγίνης.

Ὑπέφερε πολὺ ἀπὸ ἀπὸ τὴν ἀνομβρία τὸ νησί. Μῆνες εἶχαν οἱ οὐρανοὶ νὰ ποτίσουν τὴν γῆ καὶ οἱ φοβερὲς συνέπειες ἄρχισαν νὰ ἐκδηλώνονται ἀπειλητικές. Οὕτε ἕνα πράσινο χόρτο στὰ χωράφια. Ξερὴ καὶ ἀκαλλιέργητη ἔμενε ἡ γῆ.

Ὁ δήμαρχος καὶ ὁ πρόεδρος τῶν ἐπαγγελματιῶν ἐπῆραν ἀπόφασι νὰ κατεβάσουν στὴν Αἴγινα τὴν θαυματουργὸ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Χρυσολεόντισσας, ποὺ φυλάσσεται στὸ ὁμώνυμο βυζαντινὸ μοναστήρι, στὸ κέντρο τοῦ νησιοῦ καὶ ποὺ εἶναι ἄγνωστο στοὺς χιλιάδες ἐπισκέπτες τῆς Αἰγίνης, γιατὶ δὲν πάει αὐτοκίνητο ἕως ἐκεῖ. Οἱ μοναχὲς ποὺ τὸ διατηροῦν στὴν καθαρὴ καὶ ἁγνὴ μοναστηριακή του ὅψι, δὲν δέχονται νὰ γίνει δρόμος ἁμαξητὸς καὶ ἔτσι τὸ μνημεῖο κράτησε τὸ χρῶμά του καὶ δὲν ἔγινε ξενοδοχεῖο, ὅπως τὰ περισσότερα μοναστήρια τῆς χώρας μας.

Ἡ αὐστηρὴ βυζαντινὴ μορφὴ τῆς Παναγίας, εἰκόνος 400 καὶ πλέον ἐτῶν, εἶναι πάντα ἡ ἐλπίδα στὶς δυστυχίες τῶν Αἰγινητῶν.

Ἔτσι τὴν περασμένη Τετάρτη, κλῆρος καὶ λαός, ὁλόκληρο τὸ νησὶ ξεκίνησε γιὰ νὰ φέρῃ κάτω στὴν πόλι μὲ τὰ πόδια τὴν Παναγία. Δὲν ἔμεινε στὸ νησί του κανείς. Μιὰ συγκινητικὴ πορεία πέντε χιλιάδων λαοῦ συνοδεύει τὸ ἅγιον εἰκόνισμα ὡς τὴν πόλι, ὅπου γονατιστοὶ ὅλοι ἐζήτησαν «νὰ ἀνοίξῃ ἡ χάρι της τοὺς καταρράκτες τοῦ οὐρανοῦ».

Ἡ λιτανεία τελείωσε ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα. Τὴν ἄλλη ἡμέρα, μετὰ ἀπὸ μιὰ ὁλοκάθαρη ἡμέρα καὶ ἕνα λαπερὸ ἥλιο, μαζεύτηκαν ξαφνικὰ τὰ σύννεφα καὶ «ἄνοιξαν οἱ καταρράκτες τοῦ οὐρανοῦ». Ἔβρεχε ὀκτὼ ὧρες συνεχῶς. Ποτίστηκε ἡ γῆ ὅσο τῆς χρειαζόταν.

Μὲ δέος καὶ χαρὰ ὅλη τὴν νύκτα οἱ Αἰγινῆτες χαιρόντουσαν. Τὸ πρωῒ δὲν ἄκουγες ἄλλη λέξι:

– Ἡ Παναγία μᾶς ἄκουσε, ἡ χάρις της μᾶς λυπήθηκε, δοξασμένο τὸ ὄνομά Της.

Καὶ χθές, ἡ ἴδια πομπή, χιλιάδες κόσμου ξαναπῆγαν, πάλι πεζῆ, τὴν Παναγία «στὸ σπίτι της». Αὐτὴ ἡ φορά, ὅμως, ὄχι μὲ ἥλιο, ἀλλὰ μὲ βροχή. Καμμιὰ διαμαρτυρία γιὰ τὴν ταλαιπωρία. Ἡ Ὑπέρμαχος Στρατηγός, ποὺ δὲν εἶναι μόνο συμπαραστάτις στοὺς πολέμους τοῦἜθνους, δείχνει πάντα τὴν συμπόνοιά Της στοὺς ἀνθρώπους σ᾿ ὅλες τὶς περιστάσεις, ὅταν Τῆς τὸ ζητοῦμε ἀληθινὴ πίστι.

Σ. Α.»

Ἡ ἔλευσις τῶν Παγωνίων.

Γυμνασιάρχης τῆς νήσου πρὸ ἀρκετῶν ἐτῶν εἶχεν τὴν σύζυγόν του ἐπίτοκον καὶ κινδυνεύουσαν. Ἐν τῇ θλίψει του ἐφώναξε: «Παναγία μου Χρυσολεόντισσα, βοήθησε νὰ γεννηθῇ τὸ παιδί καὶ ἐγὼ θά σοῦ φέρω δύο παγώνια». Χάριτι θείᾳ, τὸ παιδὶ ἐγεννήθη ὑγιές. Ἡ ὑπόσχεσις ὅμως εἶχε λησμονηθῆ ἀπὸ τὸν πατέρα του. Ἕνα πρωῒ ὅμως ἐξύπνησεν καὶ δὲν εὗρε ἓν ζεῦγος παγώνια. Μὲ θλίψιν ἐρώτησε παντοῦ καὶ ἐλάμβανε ἀρνητικὴ ἀπάντησιν. Τὸ πρωϊνὸ ὅμως ἐκεῖνο, εὑρῆκαν αἱ μοναχαὶ ἔξω τῆς Μονῆς δύο παγώνια. Ὅταν ἤνοιξαν τὴν ἐξώπορτα μπῆκαν εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ Ἱ. Ναοῦ καὶ μὲ ἔκπληξι παρετήρησαν νὰ κατευθύνωνται εἰς τὸν Ναόν. Ἀργότερα προσῆλθε ἀπεσταλμένος καὶ ἐρώτησε μήπως ἦλθεν εἰς τὴν Μονὴν ἕνα ζεῦγος παγώνια.

Εἰσελθὼν εἰς τὴν Μονὴν καὶ ἰδὼν αὐτὰ ἔξωθι τῆς Ἐκκλησίας ἐδόξασε τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον. Ἐπιστρέψας ἐγνώρισε σχετικῶς εἰς τὸν Γυμνασιάρχην ὁ ὁποῖος εἶχε λησμονήσει τὸ τάμα του καὶ μετὰ συγκινήσεως ἐζήτησε συγγνώμην παρὰ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ἔκτοτε διατηροῦμεν τὰ Παγώνια εἰς τὴν Ἱ.Μ. ὡς προερχόμενα ἐκ θαυματουργίας τῆς Παναγίας μας.

Θεραπεία τυφλωθέντος παιδιοῦ.

Μετὰ ἀπὸ τὸ θαῦμα τῆς ἀνομβρίας ἐλήφθη ἐπιστολὴ ἐκ μέρους τῆς κ. Ἰουλίας Ἀναστασάκη ἐκ Ν. Ὑόρκης Ἀμερικῆς, ἡ ὁποία ἔγραφε τὰ ἑξῆς πρὸς τὴν Μονήν μας.

«Εἰς ἐφημερίδα τῆς Ἀμερικῆς ἐδιάβασα τὸ μέγα θαῦμα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Χρυσολεοντίσσης τῆς Ἱερᾶς Μονῆς σας διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀνομβρίας, καὶ μετὰ δακρύων προσηυχήθην εἰς τὴν Γλυκειά μας Παναγίαν, νὰ κάμῃ καὶ σ᾿ ἐμένα ἕνα θαῦμα, νὰ ἰατρεύσῃ τὸ μάτι τοῦ παιδιοῦ μου, τὸ ὁποῖον εἶχε σκεπάσει μιὰ λευκὴ σκιὰ καὶ δὲν ἔβλεπεν. Εἰς ὅλους τοὺς ὀφθαλμιάτρους τὸν ἐπήγαμεν καὶ οὐδεμίαν ὠφέλειαν εἴδομεν. Περνοῦσεν ὁ καιρὸς καὶ δὲν ἐβλέπομεν βελτίωσι καὶ ἡ θλῖψις μας ἦτο πολλὴ μεγάλη.

Τὸ Μέγα Σάββατο ἐπῆγα εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ παρακολουθοῦσα τὴν Θείαν Λειτουργίαν τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας. Ἀναχωρήσασα τῆς Ἐκκλησίας εἶπον μὲ πολὺν πόνον· ἂς περάσω ἀπὸ τὸ πονεμένο μου παιδὶ νὰ τὸ δῶ καὶ τοῦ εὐχηθῶ τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη». Ἐκτύπησα τὴν πόρτα καὶ ἦλθεν ὁ Ἰάκωβός μου καὶ μοῦ ἄνοιξε. Ἐγὼ ὅπως τὸν ἐκοίταξα καὶ ηὐχόμην τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, παρετήρησα ὅτι τὸ μάτι του ἦτον καθαρὸν καὶ μὲ λαχτάρα τὸν ἐρώτησα τί τοὺς συνέβη, καὶ μοῦ εἶπε χαρούμενος: Ἡ Παναγία, μητέρα μου, μ᾿ ἔκανε καλά. Ἐγὼ τότε ἀνελήθην σὲ δάκρυα διότι καθ᾿ ὅλον τὸ διάστημα τῆς Θ. Λειτουργίας ἄλλο τι δὲν ἔκαμον εἰ μὴ μὲ θερμὰ δάκρυα παρακαλοῦσα τὴν ἁγίαν εἰκόνα τῆς Παναγίας Χρυσολεοντίσσης Αἰγίνης νὰ λυπηθῇ καὶ ἐμὲ τὴν πονεμένην Μάνα. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! μοῦ ἐχάρισε τὴν θεραπείαν τοῦ παιδιοῦ μου».

Ἔκτοτε καὶ μέχρι σήμερον διατηρεῖ πνευματικὸν δεσμὸν μετὰ τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Μονῆς.

Θεραπεία ὄγκου.

Προκειμένου, λόγῳ ἀνομβρίας, νὰ γίνῃ λιτανεία μὲ τὴν θαυματουργὸν εἰκόνα τῆς Παναγίας μας Χρυσολεοντίσσης, μία μητέρα, ποὺ εἶχε ἄῤῥωστο τὸ κοριτσάκι της καὶ ἐπρόκειτο τὴν ἰδίαν ἡμέραν τῆς λιτανείας νὰ τὸ ὁδηγήσῃ σὲ Νοσοκομεῖο διὰ νὰ ἐγχειρησθῇ, μόλις ἄκουσε ὅτι θὰ κατεβῇ ἡ Παναγία κάτω στὴν Αἴγιναν, εἶπε μὲ πόνον εἰς τὸν σύζυγόν της: Σὲ παρακαλῶ μὴ πᾶμε τὸ παιδί μας στοὺς ἰατρούς. Πρῶτα νὰ περιμένωμε νὰ κατεβῇ ἡ Παναγία μας εἰς τὴν Αἴγινα, νὰ πᾶμε τὸ παιδί μας νὰ προσκυνήσῃ τὴν ἁγίαν Της εἰκόνα καὶ τὴν ἑπομένην τὴν πηγαίνομεν στοὺς ἰατρούς. Ἔτσι καὶ ἔγινε. Μόλις ἐτοποθετήθη εἰς τὸ προσκυνητάρι ἡ Παναγία οἱ γονεῖς μὲ δάκρυα ἔῤῥιψαν τὴν ἀσθενῆ κοροῦλα των εἰς τὰ πόδια τοῦ προσκυνηταρίου καὶ μὲ λυγμοὺς παρεκάλουν τὴν Παναγίαν μας νὰ θεραπεύσῃ τὸ παιδί τους.

Βράδυ ἀργὰ ἔφυγαν ἀπὸ τὸν Ναὸν τῆς Φανερωμένης ὅπου ἐφιλοξενεῖτο ἡ ἁγία εἰκὼν καὶ τὴν ἑπομένην ὡδήγησαν τὸ κοριτσάκι των εἰς τὸν ἰατρόν, προκειμένου τὴν ἐπ᾿ αὔριον νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐγχείρησιν. Πρὶν ὅμως τοὺς δώσῃ τὸν ἀριθμὸν τοῦ δωματίου, ποὺ θὰ ὡδηγοῦσαν τὸ παιδί τους, εἶπεν ὁ ἰατρός: Ἄς τὴν ἐξετάσω πάλιν καὶ κατόπιν τὴν ὁδηγῆτε εἰς τὸ δωμάτιον. Ἤρχισε νὰ τὴν ἐξετάζῃ καὶ μὲ ἀπορίαν ἐστράφη πρὸς τοὺς γονεῖς τῆς μικρᾶς καὶ τοὺς εἶπε: Τί τῆς ἐκάμετε; Δὲν ὑπάρχει πλέον ὁ ὄγκος, πάρετέ την καὶ φύγετε. Τότε μὲ λυγμοὺς διηγήθηκαν λεπτομερῶς τ᾿ ἀνωτέρω καὶ μὲ δοξολογίαν ὡμολόγησαν ὅτι ἡ Παναγία μας ἔκαμε τὸ θαῦμά της καὶ τὴν ἰάτρευσεν.

Λύσις ἀτεκνίας.

Ἄλλοτε πάλιν ἦλθεν εἰς τὸ Μοναστήρι μας τὸ 1972 μιὰ νέα γυναῖκα ὀνόματι Εὐγενία Χρυσοχοῦ ἐκ Κυψέλης Αἰγίνης καὶ ἔπεσεν εἰς τὴν ἁγίαν εἰκόνα τῆς Παναγίας Χρυσολεοντίσσης μὲ λυγμούς. Τὴν παρακαλοῦσε, λέγουσα, νὰ τῆς χαρίσῃ ἕνα παιδάκι καὶ ὅσα χρυσαφικὰ τῆς ἐχάρισεν ὁ ἄνδρας της θὰ τὰ χαρίσῃ ὅλα, δὲν θὰ κρατήσῃ κανένα, ἀκόμη καὶ τὴν ἀῤῥαβῶνά της θὰ φέρῃ. Μετὰ ἀπὸ ἕνα ἢ δύο ἔτη ἦλθε πάλιν εἰς τὸ Μοναστήρι μας μιὰ γυναῖκα ποὺ κρατοῦσε εἰς τὴν ἀγκαλιά της ἕνα παιδάκι. Κατευθύνθηκε πρὸς τὸν Ναὸν καὶ μὲ χαρὰ καὶ δάκρυα προσέφερε τὸ παιδί της εἰς τὴν Παναγίαν μὲ λόγια εὐχαριστίας καὶ εὐγνωμοσύνης. Κατόπιν ἄνοιξε τὴν τσάντα της καὶ ἔβγαλε 32 τεμάχια χρυσαφικά, ἀκόμη ὅπως εἶχε ὑποσχεθῆ καὶ τὴν ἀῤῥαβῶνά της, καὶ τὰ ἐκρέμασεν εἰς τὴν ἁγίαν εἰκόνα τῆς Παναγίας μας ἐκπληροῦσα τὴν ὑπόσχεσίν της, δοξάζουσα τὸν Θεὸν καὶ εὐχαριστοῦσα τὴν Παναγίαν.

Ἐκζήτησις τάματος ὑπὸ τῆς Παναγίας.

Μία νύκτα χειμερινή, ποὺ ἡ φύσις ὅλη ἦτον ἀγριεμένη, κατέβημεν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν μας διὰ τὴν ἀκολουθίαν καὶ ἔξαφνα ἠκούσαμνε νὰ κτυπᾶ ἡ ἐξώθυρα τῆς Μονῆς μας. Ἐφοβήθημεν καὶ ἐδειλιάσαμεν εἰς τὴν σκέψιν ποῖος νὰ ἦτο ὁ νυκτερινὸς ἐπισκέπτης μας, ὁ ὁποῖος δὲν ἐφοβήθη τὴν ἀγριεμένην φύσιν καὶ ἀνέβη τὸ βουνὸ μὲ καταιγίδα, βροχὴν ῥαγδαίαν, βροντὰς καὶ κεραυνούς! Καὶ διερωτώμεθα ποῖος νὰ τοῦ ἔδωσε τὴν γενναιότητα καὶ τὸ θάῤῥος ὥστε νὰ ἔλθῃ μὲ τὸ σκότος τῆς χειμερινῆς βραδυᾶς εἰς τὸ Μοναστήρι μας; Ἐνῷ ἐσκεπτόμεθα αὐτά, ὁ νυκτερινὸς ἐπισκέπτης μας δὲν ἔπαυε κρούων τὸν κώδωνα, ὁπότε εἶπεν ἡ σεβαστὴ Καθηγουμένη: Παιδιά μου σκεπασθῆτε καλὰ καὶ πηγαίνετε νὰ εἰδῆτε, ἀφοῦ κάμετε πρῶτον τὸ σημεῖον τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Ἐπῆγαν αἱ ἀδελφαὶ καὶ ἤνοιξαν τὴν θύραν καὶ εἰσῆλθεν μεσῆλιξ κρατῶν μίαν χιλιάρικην μποτίλιαν καὶ μουσκεμένος ἀπὸ τὴν βροχήν.

Εἰσελθὼν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τὸν ἐπλησίασε ἡ Γερόντισσα καὶ τοῦ εἶπε: Εὐλογημένε ἄνθρωπε, γιατὶ ἦλθες αὐτὴν τὴν ὥραν καὶ μὲ τέτοιον καιρόν; Καὶ μὲ τρεμάμενη τὴν φωνὴν ἀπήντησε: Ἄφησέ με Γερόντισσα, διότι ἀκόμη τρέμω. Ἐκοιμόμουνα καὶ εἶδα μίαν ὡραιοτάτην Καλογραίαν, ἡ ὁποία ἐπλησίασε πρὸς τὸ κρεββάτι μου καὶ μοῦ εἶπε: Κοιμᾶσαι καὶ ἐγὼ δὲν ἔχω λάδι. Νὰ μοῦ φέρης ὅ,τι μοῦ ἔταξες. Καὶ ποιὰ εἶσαι ἐσὺ, ἠρώτησα, καὶ μοῦ ἀπήντησεν: Ἐγὼ εἶμαι ἀπὸ τὸ ψηλὸ βουνὸ καὶ μοῦ ἔταξες νὰ μοῦ φέρεις λάδι, ἐγὼ τὸ θέλω, τὸ ἔχω ἀνάγκη. Τώρα δὲν μὲ λογαριάζετε, ἀλλὰ θὰ γίνω πάλιν αὐτὴ ποὺ ἤμουνα. Πετάχθηκα ἀπὸ τὸ κρεββάτι, ἐγέμισα τὴν χιλιάρικη μποτίλια, ποὺ εἶχα τάξει στὴν Χάρι Της καὶ μὲ τρεμάμενη καρδιὰ ἐπῆρα τὸν δρόμον χωρὶς νὰ λογαριάσω τίποτε, καὶ δοξάζω τὸ Ἅγιον ὄνομά Της ποὺ μὲ ἐβοήθησε νὰ κάμω τὸ τάμα μου.

Διάσωσις ἐκ πυρκαϊᾶς.

Ἕνα πρωΐ, μετὰ τὴν ἀκολουθίαν μας, ἦλθεν εἰς τὸ Μοναστήρι μας ἕνας γέρων, βαστάζων δύο πολὺ μεγάλες λαμπάδες καὶ μόλις ἀντίκρυσε τὴν ἁγίαν εἰκόνα τῆς Παναγίας μας τὴν ἀγκάλιασε καὶ μετὰ λυγμῶν κλαίων τὴν εὐχαριστοῦσε. Ἡ εὑρεθεῖσα μοναχὴ Χρυσαφένια τὸν ἠρώτησε τί τοῦ συμβαίνει καὶ αὐτὸς κλαίων διηγήθη τὰ ἑξῆς: Ἐγὼ μὲ πολλοὺς ἐργάτες εὑρέθην εἰς τὴν πυρκαϊὰν τοῦ Τατοΐου. Μᾶς εἶχαν δώσει φτυάρια νὰ κτυποῦμεν διὰ νὰ σβήσῃ ἡ φωτιά. Ἔξαφνα ἔχασα τοὺς ἐργάτας καὶ ἐγὼ εὑρέθην μόνος μὴ δυνάμενος νὰ φύγω, διότι μὲ εἶχε περικυκλώσει ἡ φωτιὰ καὶ ἀπὸ τὸν καπνὸν δὲν ἔβλεπα τίποτε. Ἔμεινα ὄρθιος στηριζόμενος εἰς τὸ φτυάρι μου περιμένων νὰ καῶ, ὁπόταν βλέπω μπροστά μου δύο ἄσπρα χέρια καὶ μιὰ γλυκειὰ φωνὴ μοῦ λέγει: Γιατί κάθεσαι ἐδῶ, θέλεις νὰ καῇς: τὸ γνωρίζω, θὰ καῶ, ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ, δὲν βλέπω νὰ φύγω. Τότε μοῦ ἔδωσεν ἕνα ξύλον, ἕνα κομμάτι σχοῖνο, καὶ μοῦ λέγει: Πᾶρε αὐτὸ τὸ ξύλον, κτύπησε τρεῖς φορὲς τὴν φωτιὰ καὶ θὰ σβήσῃ. Τότε τὴν ἐρωτῶ καὶ ἐγώ: Ποιὰ εἶσαι, ἐμεῖς ἐπαιδευτήκαμεν μὲ τὰ φτυάρια καὶ δὲν ἠμπορέσαμεν νὰ τὴν σβήσωμεν; Καὶ μοῦ ἀπήντησεν: Ἐγὼ εἶμαι ἀπὸ τὸ μοναστήρι τῆς Αἰγίνης στὸ βουνὸ ψηλά, ἡ ΠΑΝΑΓΙΑ. Τότε μὲ χαρὰ ἐκτύπησα τρεῖς φορὲς τὴν φωτιά, ἡ ὁποία ἔσβησε καὶ οὔτε φωτιά, οὔτε καπνὸς ἔμεινε καὶ ἐσώθηκα. Συναντήσας τοὺς ἐργάτας, παρεπονέθην γιατί μὲ ἄφησαν καὶ μοῦ ἀπήντησαν ὅτι μ᾿ ἐφώναζαν καὶ δὲν ἤκουα. Νά γιατὶ κλαίω, μοναχή. Ἦλθα νὰ εὐχαριστήσω τὴν γλυκειά μας Παναγία ποὺ μὲ ἔσωσε καὶ νὰ τῆς ἀνάψω ἕνα κεράκι. Μὲ πολὺν κόπον καὶ μὲ τὰς παρακλήσεις τῆς ἀδελφῆς ἐδέχθη νὰ πιῇ ἕνα καφεδάκι. Ἕως ὅτου ἑτοιμάσωμεν ἕνα πρόχειρον πρόγευμα εἶχεν ἐξαφανισθῆ ἀνάμεσα εἰς τὰ σχοῖνα.

Ἀπόκτησις τέκνου.

Ἡμέραν τινα ἦλθε εἰς τὴν Μονὴν μία κυρία καὶ πλησιάσα τὴν ἁγίαν εἰκόνα τῆς Χρυσολεοντίσσης (τὴν στιγμὴν ἐκείνην εὑρίσκετο πλησίον τῆς εἰκόνος ἡ Γερόντισσα Ε.) ἤρχισε νὰ κλαίῃ καὶ νὰ διηγῆται τὰ ἑξῆς:

Εἶχα τὸ ἀτύχημα νὰ μὴ συγκρατῇ τὸ σῶμά μου παιδὶ καὶ ἤμουν πολὺ θλιμμένη. Ἕνα βράδυ ὅμως εὑρέθηκα εἰς τὸ ὄνειρόν μου ἐμπρὸς εἰς τὴν ἁγίαν εἰκόνα καὶ παρεπονούμην διὰ τὸ ἀτύχημά μου…

Ἡ μοναχὴ τὴν ἐνεθάρρυνε λέγοντας νὰ μὴ λυπῆται παρακαλῶντας τὴν Παναγίαν νὰ τῆς χαρίσῃ ἕνα παιδάκι. Μετὰ καιρὸν ἦλθεν καὶ προσέφερε ἕνα τάμα, ὁμοίωμα παιδιοῦ ὁλόχρυσο καὶ ἀνεχώρησε μετὰ δακρύων, εὐχαριστοῦσα καὶ εὐγνωμονοῦσα τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον.

Προμήθεια τροφίμων.

Τὸ βράδυ τῆς 22-8-1975 ἐλάβομεν τηλεφώνημα ἀπὸ τὸν κ. Παρασκευόπουλον στὴν Ἁγίαν Μαρίναν, ὁ ὁποῖος μᾶς παρεκάλει αὔριον τὸ πρωῒ κατὰ τὰς 7 ½ ἡ ὥρα νὰ στείλωμεν ἕνα ἐργάτην μας μὲ ἕνα ζῶον νὰ παραλάβῃ ἀπὸ τὸ καφενεδάκι τοῦ Κοντοῦ μίαν κάσσαν μὲ 30 κιλὰ τρόφιμα διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Μοναστηρίου. Τοῦ ἀπηντήσαμεν ὅτι ἡ ἑπομένη ἦτο Κυριακὴ καὶ δὲν θὰ ὑπῆρχε ἐργάτης. Προκειμένου ὅμως νὰ ἔλθῃ γνωστὸς ὁ κ. Χαράλαμπος Παυλινέρης τὸν εἰδοποιήσαμεν τηλεφωνικῶς καὶ μᾶς ὑπεσχέθη νὰ περάσῃ νὰ τὸ πάρῃ.

Κατὰ τὰς ἑπτὰ ἦλθεν εἰς τὸ Μοναστήρι μας χωρὶς νὰ φέρῃ τὸ δέμα. Κατὰ τὰς ἕνδεκα εἴδομεν νὰ φθάνῃ ὁ δωρητὴς φορτωμένος τὸ βαρύτατον δέμα. Μὴ εἰδὼν κανένα νὰ ζητήσῃ τὸ δέμα εἶπεν εἰς τὴν γυναῖκά του: Πηγαίνομεν, θὰ τὸ ὑπάγω μόνος μου. Καὶ πράγματι κάθιδρος ἐμβῆκεν εἰς τὴν αὐλὴν τῆς Μονῆς μας μὲ τὴν χαρὰν καὶ τὴν βεβαίωσιν ὅτι δὲν ἐκουράσθη καθόλου, καὶ τὸ πιστεύομεν διότι πολλάκις ἐπισκέπται ἐρχόμενοι φορτωμένοι μὲ δῶρα μᾶς βεβαιοῦν μετὰ δακρύων ὅτι ἔφθασαν χωρὶς νὰ αἰσθάνωνται τὴν παραμικρὰν κόπωσιν… Ἐζήτησα νὰ τοὺς ὁδηγήσουν στὸ σαλόνι νὰ τοὺς εἰδῶ καὶ τοὺς εὐχαριστήσω. Ἦλθον καὶ εἰς τὴν ἐρώτησίν μου πῶς ἦλθον καὶ ἂν ἐγνώριζον τὴν Μονήν μας καὶ ἡ σύζυγός του μοῦ εἶπε τὰ ἑξῆς: Μίαν νύκτα εἶδον εἰς τὸ ὄνειρόν μου μίαν ὡραίαν γυναῖκα καὶ μὲ ἠρώτησεν ἂν τὴν γνωρίζω καὶ ἀπήντησα ὅτι δὲν τὴν γνωρίζω. Ἐγὼ ὅμως σὲ γνωρίζω, κάθεσαι στὴν πόλιν καὶ εὔκολα ψωνίζεις ὅ,τι θέλεις, ἐνῶ ἐγὼ κάθομαι στὰ ψηλὰ βουνὰ καὶ δὲν μοῦ εἶναι εὔκολον νὰ ψωνίσω ὅ,τι μοῦ χρειάζεται. Ἀμέσως τότε ἠννόησα ὅτι ἦτο ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος καὶ δι᾿ αὐτὸ ἀπεφασίσαμεν νὰ σᾶς φέρωμεν ὀλίγα τρόφιμα. Μετὰ δακρύων ηὐχαριστήσαμεν τὴν οἰκογένειαν εὐχηθεῖσα τὴν παρὰ τῆς Κυρίας Θεοτόκου πλουσίαν μισθαποδοσίαν. Συγκεκινημένοι δὲ καὶ αὐτοὶ ἀνεχώρησαν μὲ τὴν ὑπόσχεσιν ὅτι πάντοτε θὰ ἐνθυμοῦνται τὸ ὄνειρόν τους.

Ἀπόκτησις ὡρολογίου τοίχου.

Ὁ κ. Ἀναστάσιος Πηγαδίτης ἀπὸ τὴν Αἴγιναν εὑρισκόμενος εἰς ταξίδι εἶδεν ἕνα βράδυ εἰς τὸν ὕπνόν του ὅτι εὑρέθη εἰς τὴν Ἱ. Μονήν μας. Εἰς τὸ πεζοῦλι τῆς αὐλῆς εἶδε νὰ κάθεται μία ὡραιοτάτη Μοναχὴ τὴν ὁποίαν ἐρώτησε τί ὥρα εἶναι; Καὶ ἐκείνη τοῦ ἀπήντησε: Δὲν ἔχω ὡρολόγι. Ἐξυπνήσας ἐννόησε ὅτι ἦτον ἡ Παναγία καὶ ἔταξε νὰ τῆς φέρῃ ὡρολόγιον. Καίτοι ἐταξίδευσε ἐκ νέου, ἐλησμόνησε νὰ τὸ φέρῃ καὶ εἶδε ἐκ δευτέρου τὴν ἰδίαν Μοναχὴν νὰ τοῦ λέγῃ: Δὲν μοῦ ἔφερες τὸ ὡρολόγιον! Τῆς ὑποσχέθη ὅτι θὰ τὸ φέρῃ, ἡ δὲ Μοναχὴ ποὺ ἐφαίνετο τὸν ἔδειξε ποῦ θὰ τὸ κρεμάσῃ εἰς τὴν Μονήν. Πράγματι ἦλθε μὲ τὸ ὡρολόγιον εἰς τὸ Μοναστήρι καὶ ἐζήτησε ἄδεια νὰ τὸ κρεμάσῃ. Ἡ Μοναχὴ Θεοδούλη ὡς ξεναγὸς τοῦ εἶπεν: Εὐχαρίστως νὰ τὸ κρεμάσετε, ἂς ἐρωτήσωμεν ὅμως καὶ τὴν Γερόντισσαν νὰ μᾶς εἴπῃ ποῦ θέλει νὰ τὸ κρεμάσετε. Ἐλθοῦσα ἡ Καθηγουμένη ὑπέδειξε ἀμέσως τὴν ἰδίαν θέσιν ποὺ εἶχεν ὁρίσει ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος εἰς τὸν δωρητήν, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἐτοποθετήθη ὑπὸ τοῦ ἰδίου.

Θαυματουργικὴ διάσωσις βαρέως ἀσθενούσης γυναικός.

Ἡ κ. Ὄλγα Ζωγράφου ἀπὸ τὴν Κυψέλην Αἰγίνης διανύουσα τὸν τέταρτο μῆνα τῆς ἐγκυμοσύνης της ἤρχισε νὰ αἰσθάνεται ἰσχυροὺς πόνους καὶ λόγω ἐπιδεινώσεως τῆς καταστάσεώς της εἰσήχθη εἰς τὴν Κλινικὴν Χαραλαμποπούλου εἰς τὸν Πειραιᾶ. Ἐξετασθεῖσα ἐβεβαιώθη ὅτι τὸ παιδὶ ἦτο νεκρὸ καὶ ἐπεβάλλετο ἡ ἄμεσος ἐπέμβασις τοῦ ἰατροῦ. Τῆς ἐγένετο καισαρικὴ τομὴ καὶ δυστυχῶς εὑρέθη ἐν ἀποσυνθέσει ὄχι μόνον τὸ ἔμβρυον ἀλλὰ καὶ ἐσωτερικὰ ὄργανά της τὰ ὁποῖα καὶ τῆς ἀφαιρέθησαν πρὸς διάσωσίν της. Ἡ κατάστασίς της ἦτο σοβαροτάτη. Παρὰ τὰς συνεχεῖς καὶ ἐντόνους προσπαθείας τῶν ἰατρῶν μὲ τοὺς ὀροὺς κ.λ.π. οὐδεμία καλλιτέρευσιν ἔβλεπον οἱ θεράποντες ἰατροί. Ἐρωτώμενοι δὲ παρὰ τῶν γονέων της καὶ τῶν συγγενῶν οὐδεμίαν παρηγορητικὴν λέξιν ἐλάμβανον. Ὅταν ἡ πίεσίς της κατῆλθεν εἰς τὸν πενιχρὸν ἀριθμὸν 4, οἱ ἐλπίδες διὰ σωτηρίαν ἐξέλιπον καὶ οἱ ἰατροὶ ἀνέμεναν ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν τὸν θάνατον. Εἰς τὴν ἀπελπιστικὴν αὐτὴν κατάστασιν εὑρισκομένης τῆς ἀσθενοῦς εἰδοποίησαν οἱ συγγενεῖς τοὺς γονεῖς ὅπως ἔλθουν καὶ τὴν ἰδοῦν διὰ τελευταίαν φορὰν ζωντανήν. Ἔχουσα ἡ ἀσθενὴς μικρὰ ἀδελφὴ μοναχὴν εἰς τὴν Μονήν μας τῆς ἐπετράπη νὰ μεταβῇ καὶ αὐτὴ μετὰ τῶν γονέων της διὰ νὰ τὴν σταυρώσῃ μὲ τὴν ἁγίαν εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ ἀλείψῃ μὲ τὸ ἅγιον ἔλαιον τῆς καντήλας Της. Τούτων γενομένων, μετὰ πάροδον ὀλίγων λεπτῶν ἤρχισε τὸ νεκρὸ σῶμα νὰ κινῆται ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον καὶ νὰ ζητῇ ἡ βαρέως ἀσθενοῦσα μικρὰν σωματικὴν βοήθειαν… Οἱ ἰατροὶ πρὸ τοῦ θαύματος αὐτοῦ ἔμειναν ἄφωνοι, οἱ δὲ γονεῖς καὶ συγγενεῖς ἐδόξαζον τὸν Θεὸν καὶ ηὐχαρίστουν τὴν Παναγίαν διὰ τὴν ταχεῖαν Της βοήθειαν. Μετὰ τὸ θαυμαστὸ αὐτὸ γεγονός, ἠδυνήθησαν οἱ ἰατροὶ νὰ χαρίσουν εἰς τοὺς πέριξ οἰκείους τὴν γλυκειὰ πληροφορία νὰ μὴ λυποῦνται πλέον διότι ἡ νεκρὰ ἀνέζησε βεβαίως ἐκ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, καλέσαντες, τὴν σχεδὸν νεκρὰν ἕως τότε, «Λάζαρον». Συντόμως ἀπεδόθη εἰς τὴν οἰκογένειάν της δοξολογοῦσα καὶ εὐγνωμονοῦσα τὴν Παναγίαν τόσον ἡ ἰδία ὅσον καὶ ὅλοι οἱ οἰκεῖοι καὶ συγγενεῖς.

Ἐξεύρεσις ζώου καὶ διπλῆ ἰατρεία.

Ἐπειδὴ τὸ περασμένο καλοκαίρι (1993) δὲν εἴχαμε βροχὲς καθόλου, εἶχαν στεγνώσει τελείως αἱ πέντε ἐσωτερικαὶ στέρνες μας καὶ ἡ ἐξωχικὴ μεγάλη. Ἡ ἔλλειψις τοῦ νεροῦ μᾶς ἔφερε ἀγωνία μεγάλη. Εἰς τὴν δοκιμασίαν μας αὐτὴν ἐσκέφθημεν νὰ ἀγοράζωμεν νερὸ ἀπὸ τὸν κ. Ἠλίαν Γεννήτσαρη, ὁ ὁποῖος διέθετε. Πράγματι ἐστείλαμεν τὸν ἐργάτην μας μὲ τὰ ζῶα, μὲ τὴν θερμὴν παράκλησιν νὰ μᾶς δίδει νερὸ ἐπ᾿ ἀμοιβῇ. Μόλις τὸ ἤκουσεν ἀπήντησεν: Νὰ πουλήσω νερὸ στὴν Παναγία μας, ἡ Ὁποία μᾶς τὸ χαρίζει! Ἐλᾶτε νὰ πάρετε ὅσο θέλετε. Ὅταν ἐπληροφορηθήκαμεν τὴν προθυμίαν τοῦ κ. Γεννήτσαρη ηὐχαριστήσαμεν ἰδιαίτερα τὴν Παναγία διότι μᾶς ἀπήλλαξε ἀπὸ μεγάλην στεναχώριαν.

Ὡσαύτως ὀφείλομεν νὰ εὐχαριστήσωμεν τοὺς κ. κ. Χρῆστον Ἀξιώτην, Δήμαρχον Αἰγίνης, Ἀντώνιον Βλασταράκον καὶ ὅλους τοὺς ἀγαπητοὺς Ἀιγινῆτας, οἱ ὁποῖοι μὲ πολλὴν ἀγάπην καὶ ἐνδιαφέρον παρηκολούθουν τὴν μεγίστην ἔλλειψιν νεροῦ τῆς Μονῆς, τὴν ὁποίαν ἀληθῶς ἔσωσε καὶ ἀνακούφισε κυρίως ὁ κ. Ἠλίας Γεννήτσαρης, εἷς ἀληθὴς εὐεργέτης τῆς Μονῆς.

Ἐκ τοῦ μεγάλου ὅμως κόπου τῆς μεταφορᾶς τοῦ νεροῦ, ἀδυνάτισαν τὰ ζῶά μας καὶ ἕνα λευκὸ μουλάρι ἐψώφησε. Ἡ θλίψίς μας ἦτον μεγάλη διότι ἐστερούμεθα μέρος τοῦ μεταφορικοῦ μέσου. Αἱ ἀδελφαὶ παρεκάλουν τὴν Γερόντισσα νὰ ἀγοράσῃ ἄλλο ζῶον εἰς ἀντικατάστασιν τπῦ ἐκλιπόντος. Μετὰ πολλὰς παρακλήσεις ἔλαβε ἡ Γερόντισσα τὴν ἀπόφασιν πρὸς ἀγορὰν ἄλλου ζώου. Τὸ ἑσπέρας τῆς ἰδίας ἡμέρας ἔρχεται ὁ κ. Ἀντώνιος Σῶῤῥος ἐκ Κυψέλης Αἰγίνης μὲ ἕνα μουλάρι λευκό, ἕνα τενεκὲ λάδι, μιὰ καινουργῆ στρῶσι, καὶ συγκεκινημένος μᾶς παρέδωσε τὸ ζῶόν του μὲ ὅλα τὰ ἐξαρτήματα, εἰπὼν ὅτι τὰ χαρίζει εἰς τὸ Μοναστήρι γιὰ νὰ χαρίσῃ ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος τὴν ὑγείαν εἰς τὴν ἐπίτοκον σύζυγόν του καὶ τὴν ἰατρείαν τῆς δεξιᾶς χειρὸς τοῦ νεογεννήτου τέκνου του τὸ ὁποῖον δὲν ἐκινεῖτο.

Ἡ Γερόντισσα Ἡγουμένη πρὸ τοῦ μεγίστου αὐτοῦ θαύματος ἀνελύθη εἰς δάκρυα εὐγνωμοσύνης καὶ χαρᾶς. Ηὐχήθη δὲ εἰς τὸν δωρητὴν νὰ τοῦ χαρίσῃ ἡ Παναγία μας τὰ αἰτήματά του, καὶ ἀληθῶς ἅμα ἔφθασεν εἰς τὴν οἰκίαν του εὗρε τὸ νεογέννητον νὰ κινῇ τὸ χεράκι του καὶ τὴν σύζυγόν του ἐν καλῇ καταστάσει, δὲν παύει δὲ εὐεργετῶν τὴν Μονήν μας ἐξ εὐγνωμοσύνης.

Θεραπεία ὄγκου.

Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, (ἀρχὰς τοῦ 1976) ἦλθεν εἰς τὸ Μοναστήρι μας μία κυρία καὶ γονατίσασα πρὸ τῆς ἁγίας εἰκόνος, μετὰ θερμῶν δακρύων τὴν εὐχαριστοῦσε. Εἰς ἐρώτησίν μας τί τῆς συμβαίνει, μᾶς εἶπε τὰ ἑξῆς: Ὁ υἱός μου, ποὺ βλέπετε, εἶχε ἕνα κακὸν ὄγκον εἰς τὸ κεφάλι του καὶ ἐπρόκειτο νὰ τοῦ γίνῃ ἐγχείρησις εἰς τὴν Ἀγγλία. Μέσα στὸν μεγάλο μου πόνον παρακαλοῦσα τὴν Παναγία καὶ ἕνα βράδυ εἰς τὸν ὕπνον μου εὑρέθηκα ἀπ᾿ ἔξω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι σας. Ἀπ᾿ ἔξω ἔφερνε βόλτα μία ὡραιοτάτη Κυρία. Μὲ ἐπλησίασε καὶ μοῦ λέγει: Τί ἔχεις καὶ εἶσαι λυπημένη; Τότε τῆς διηγήθηκα τὸν πόνο μου καὶ μοῦ ἀπήντησε: Μὴ φοβεῖσαι, πήγαινε τὸ παιδί σου διὰ τὴν ἐγχείρησι, θὰ εἶμαι καὶ ἐγὼ ἐκεῖ καὶ θὰ κρατῶ τὸ χέρι τοῦ ἰατροῦ. Ξυπνῶ μετὰ χαρᾶς καὶ παρηγορημένη διότι ἐκατάλαβα ὅτι ἡ Κυρία ποῦ εἶδα ἦτο ἡ Παναγία μας. Ἐπῆρα τὸ παιδί μου καὶ ἐπῆγα στὴν Ἀγγλία· τοῦ ἔγινεν ἡ ἐγχείρησις, εἶναι τώρα τελείως καλὰ καὶ ἤλθαμεν νὰ εὐχαριστήσωμεν τὴν Παναγία μας…

Πηγές:

1) Ιερά Μητρόπολη Ύδρας

2) Αρχιεπισκοπή Αθηνών

3) Έντυπη έκδοση της Καθημερινής

4) www.saint.gr


Επιστροφή στην αρχική Σελίδα

Δείτε τα αφιερώματα μας σε Ιερές Μονές

Δείτε το αφιέρωμα στην Ιερά Μονή Αγίου Νεκταρίου Αιγίνης

Κοινοποίηση άρθρου:
RSS
Follow by Email
Facebook
Facebook
Twitter