Ο κόσμος της φθοράς και ο κόσμος της αφθαρσίας ~ Φώτης Κόντογλου

Ο κόσμος της φθοράς και ο κόσμος της αφθαρσίας ~ Φώτης Κόντογλου

Όσοι καταγίνουνται μοναχά με τα πρόσκαιρα τούτης της ζωής και δεν πιστεύουνε στα αιώνια της άλλης της ζωής, σαν πεθάνει κανένας χριστιανός που δεν έδωσε πολλή σημασία σ’ εκείνα που αφωσιωθήκανε αυτοί οι άπιστοι, αλλά προσπάησε ν’ αποχτήσει τα αληθινά και τα σίγουρα, ζώντας με την ελπίδα τους, σαν αποθάνει λοιπόν ένας τέτοιος άνθρωπος, τον περιπαίζουνε και λένε πως δεν χάρηκε τούτον τον κόσμο, επειδή είχε γυρισμένα τα μάτια του στον άλλον, που είναι ανύπαρχτος για εκείνους οπού τον περιπαίζουνε. Μα πολλές φορές ο χριστιανός που πέθανε με την ελπίδα του Χριστού, αγιάζει και φανερώνεται στους άπιστους, ή στ’ όνειρό τους ή στον ξύπνο τους, ερχόμενος από τον άλλον κόσμο και τότε καταλαβαίνουνε οι έξυπνοι πως η εξυπνάδα τους ήτανε ανοησία και πως ο περιγελασμένος ήξερε καλά που βρίσκεται η αλήθεια. Σ’ αυτά απάνω, λέγει ο Σολομώντας τα παρακάτω λόγια:

«Τότε θα σταθεί ο δίκαιος με πολλή παρρησία μπροστά σ’ εκείνους που τον πικράνανε και που λέγανε πως κοπίαζε μάταια. Σαν τον δούνε, θα ταραχθούνε και θα φοβηθούνε πολύ και θ’ απορήσουνε πως γλύτωσε. Τότε θα πούνε στον εαυτό τους, μετανοιώνοντας κι αναστενάζοντας: Τούτος δεν ήτανε που κάποτε τον είχα¬με για να γελούμε και που τον περιπαίζαμε εμείς οι άμυαλοι; Τη ζωή του τη θεωρήσαμε για τρέλλα και το τέλος του για άτιμο; Πώς λοιπόν λογαριάσθηκε ανάμεσα στα τέκνα του Θεού κι η κληρονομιά του με τους άγιους; Ώστε πλανηθήκαμε από το δρόμο της αλήθειας και το φως της δικαιοσύνης δεν έλαμψε απάνω μας κι ο ήλιος δεν ανάτειλε για μας. Γεμίσαμε αμαρτίες, περπατήσαμε στους δρόμους του χαμού και πορευθήκαμε σε ερημιές απάτητες, αλλά τον δρόμο του Κυρίου δεν τον γνωρίσαμε.

Σε τί μας ωφέλησε η περηφάνεια; Και τί κερδίσαμε από τα πλούτη κι από την αλαζονεία μας; Όλα εκείνα περάσανε σαν ίσκιος και σαν τη φωνή που σβήνει και χάνεται. Σαν το καράβι που σκίζει το κυματιστό νερό και που σαν περάσει, δεν μπορεί κανένας να βρει κανένα σημάδι του, μήτε το αυλάκι της καρίνας του μέσα στα κύματα. Ή σαν το όρνιο που πέτα στον αγέρα και δεν αφήνει πίσω του κανένα σημάδι από το πέρασμά του, παρά χτυπά δυνατά τον αγέρα με τις φτερούγες του και τον σκίζει με βουητό και πίσω του δεν φαίνεται κανένα χνάρι από το πέρασμά του.

Έτσι κι εμείς, γεννηθήκαμε και σβήσαμε και κανένα σημάδι από καλή πράξη δεν είχαμε να δείξουμε, αλλά ξοδέψαμε τη ζωή μας μέσα στην κακία μας. Γιατί η ελπίδα που έχει ο ασεβής είναι σαν το χνούδι που το παίρνει ο άνεμος και σαν την πάχνη που τη σκορπά η ανεμοζάλη».

Αλλά μ’ όλα αυτά που μας λέγει η Αγία Γραφή για τη ματαιότητα τούτης της ζωής, εμείς δεν τα πιστεύουμε, και πάμε, αληθινά, σαν τους στραβούς στον Αδη. Ας φωνάζει η πονετικιά φωνή του Χριστού που ακούγεται από τη μια άκρη του κόσμου ως την άλλη:

«Μη θησαυρίζετε υμίν θησαυρούς επί της γης, όπου σης και βρώσις αφανίζει και όπου κλέπται διορύσσουσι και κλέπτουσιν. Θησαυρίζετε δε υμίν θησαυρούς εν ουρανώ, όπου ούτε σης ούτε βρώσις αφανίζει και όπου κλέπται ου διορύσσουσιν ουδέ κλέπτουσιν. Όπου γαρ εστιν ο θησαυρός υμών, εκεί έσται και η καρδία υμών». (Ματθ. στ’, 19).

«Όπου, λέγει, βρίσκεται ο θησαυρός σας, δηλαδή τα πράγματα που είναι για σας πολύτιμα και τ’ αγαπάτε, εκεί θα βρίσκεται κι η καρδιά σας».

Αποσπάσματα από το βιβλίο Μυστικά Άνθη του Φώτη Κόντογλου

Κοινοποίηση άρθρου:
RSS
Follow by Email
Facebook
Facebook
Twitter