Απάνθισμα των Διδαχών του Αγίου Πατροκοσμά

Απάνθισμα των Διδαχών του Αγίου Πατροκοσμά

Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός καί Θεός, ἀδελφοί μου, ὁ γλυκύτατος αὐθέντης καί δεσπότης, ὁ ποιητής τῶν ἀγγέλων καί ὅλης τῆς νοητῆς καί αἰσθητῆς κτίσεως, παρακι-νούμενος ἀπό τήν πολλή ἀγάπη πού ἔχει γιά τό γένος μας, μαζί μέ τά ἄπειρα χαρίσματα πού μᾶς χάρισε καί μᾶς χαρίζει κάθε μέρα καί ὥρα καί στιγμή, μᾶς χάρισε καί τοῦτο:
Καταδέχθηκε κι ἔγινε τέλειος ἄνθρωπος «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου» καί ἀπό τά καθαρότατα αἵματα τῆς Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας, γιά νά μᾶς βγάλει ἀπό
τά χέρια τοῦ διαβόλου, νά μᾶς κάνει υἱούς καί κληρονόμους τῆς Βασιλείας Του, νά χαιρόμαστε πάντοτε στόν παράδεισο μέ τούς ἀγγέλους καί ὄχι νά καιγόμαστε στήν κόλαση με τούς δαίμονες.

Ἐγώ, ἀδελφοί μου, πέρασα τή ζωή μου στή σπουδή σαράντα, πενήντα χρόνια· διάβασα πολλά καί διάφορα βιβλία· ἐρεύνησα τά βάθη τῆς σοφίας. Καί βρῆκα πώς ὅλες οἱ ἄλλες
πίστεις εἶναι ψεύτικες, κάλπικες, ὅλες τοῦ διαβόλου. Μόνο ἡ πίστη τῶν εὐσεβῶν καί ὀρθοδόξων χριστιανῶν εἶναι ἀληθινή καί ἁγία. Γι’ αὐτό σᾶς λέω, ἀδελφοί μου χριστιανοί,
νά χαίρεστε καί νά εὐφραίνεστε χιλιάδες φορές, πού εἶστε ὀρθόδοξοι χριστιανοί. Καί νά κλαῖτε καί νά θρηνεῖτε για τούς ἀσεβεῖς, τούς ἀπίστους καί αἱρετικούς, πού περπατοῦν
στό σκοτάδι καί βρίσκονται στά χέρια τοῦ διαβόλου2.

Ὁ πανάγαθος καί πολυέλεος Θεός εἶναι ἕνας· ὅποιος λέει πώς ὑπάρχουν πολλοί θεοί, εἶναι διάβολος. Ὁ Θεός, ὅμως, εἶναι καί Τριάδα: Πατήρ, Υἱός καί Ἅγιον Πνεῦμα· μία φύση, μία δόξα, μία βασιλεία, ἕνας Θεός ἀκατάληπτος, ἀνερμήνευτος, ἀπερίγραπτος, παντοδύναμος, ὅλος φῶς, ὅλος χαρά, ὅλος εὐσπλαχνία, ὅλος εὐεργεσία, ὅλος ἀγάπη… Αὐτή την Παναγία Τριάδα πιστεύουμε, δοξάζουμε καί προσκυνοῦμε ἐμεῖς, οἱ εὐσεβεῖς καί ὀρθόδοξοι χριστιανοί.

Ὁ Θεός, χριστιανοί μου, δέν εἶναι φόβος· εἶναι ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία. Δέν μᾶς ἔκανε γιά νά Τόν φοβόμαστε, ἀλλά γιά νά Τόν ἀγαπᾶμε.

Μή χωρίζεστε ἀπό τόν Χριστό καί ἀπό τήν Ἐκκλησία. Ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία εἶναι ἡ κιβωτός· ὅσοι μποῦν μέσα σ’ Αὐτήν δέν θά πνιγοῦν ἀπό τά σφάλματά τους, ἀλλά θά
συγχωρεθοῦν τά ἁμαρτήματά τους. Ἡ ἁγία Ἐκκλησία εἶναι σάν τή μάνα, πού, ὅταν σφάλλει ὁ γιός της, τόν μαλώνει, μά πάλι τόν συμπονᾶ. Ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία εἶναι μία πηγή, πού ποτίζει ὅλους τούς διψασμένους3.

Πρέπει, ἀδελφοί μου, νά στοχαστοῦμε τί εἴμαστε: δίκαιοι ἤ ἁμαρτωλοί; Κι ἄν εἴμαστε δίκαιοι, καλότυχοι καί τρισμακάριοι. Ἄν ὅμως εἴμαστε ἁμαρτωλοί, τώρα πού ἔχουμε
καιρό, νά μετανοήσουμε· νά σταματήσουμε τά κακά καί να κάνουμε τά καλά. Ἡ κόλαση μᾶς περιμένει· πότε θά μετανοήσουμε; Ὄχι αὔριο καί μεθαύριο, ἀλλά αὐτή τήν ὥρα.
Γιατί μέχρι αὔριο δέν ξέρουμε τί μπορεῖ νά πάθουμε. Ὁ Χριστός μᾶς λέει νά εἴμαστε πάντοτε ἕτοιμοι.

Ἐμεῖς, χριστιανοί μου, δέν ἔχουμε ἐδῶ πατρίδα. Γι’ αὐτό ὁ Θεός μᾶς ἔκαμε μέ τό κεφάλι ὀρθούς καί μᾶς ἔβαλε τον νοῦ στό πάνω μέρος, στό κεφάλι, γιά νά στοχαζόμαστε πά-
ντοτε τήν οὐράνια βασιλεία, τήν ἀληθινή πατρίδα μας. Σε τοῦτον τόν κόσμο, καί βασιλιάδες νά γίνουμε, ἀνάπαυση δε βρίσκουμε. Αὐτός ὁ κόσμος εἶναι σάν ἕνα χάνι, ὅπου πηγαίνεις, κάθεσαι μιά βραδιά κι ὕστερα φεύγεις, νά γυρίσεις στό σπίτι σου γρήγορα.

Δυό φτεροῦγες χρειάζεται ὁ χριστιανός γιά νά πετάξει καί ν’ ἀνέβει στόν παράδεισο, τήν ταπείνωση καί τήν ἀγάπη.

Μεγάλο κακό εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια καί μεγάλο καλό ἡ ταπείνωση. Ἡ ὑπερηφάνεια γκρέμισε ἀπό τήν ἀγγελική δόξα τόν διάβολο, πού θά καίγεται αἰώνια στήν κόλαση, ἐνῶ ἡ ταπείνωση κράτησε στόν οὐρανό τούς ἀγγέλους, πού θα χαίρονται αἰώνια τή δόξα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἄς θυμόμαστε πώς ὁ πανάγαθος Θεός ἀποστρέφεται τόν ὑπερήφανο καί
ἀγαπᾶ τόν ταπεινό. Ἀλλά κι ἐμεῖς, οἱ ἄνθρωποι, τόν ταπεινό τόν βλέπουμε σάν ἄγγελο καί τόν κλείνουμε στήν καρδιά μας, ἐνῶ τόν ὑπερήφανο τόν βλέπουμε σάν δαίμονα καί τον ἀποστρεφόμαστε.

Ἄν θέλουμε καί ἐδῶ νά περάσουμε καλά καί στόν παράδεισο νά πᾶμε, πρέπει νά ἔχουμε δύο ἀγάπες: ἀγάπη προς τόν Θεό μας καί ἀγάπη πρός τούς ἀδελφούς μας. Ἀκόμα κι ἄν κάνουμε, ἀδελφοί μου, χίλιες χιλιάδες καλά, νηστεῖες, προσευχές, ἐλεημοσύνες, ἀκόμα κι ἄν χύσουμε τό αἷμα μας γιά τόν Χριστό μας, ἐφόσον δέν ἔχουμε αὐτές τίς δύο ἀγάπες, ὅλα ἐκεῖνα τά καλά εἶναι τοῦ διαβόλου καί πηγαίνουμε στήν κόλαση.

Ὁ πανάγαθος καί πολυέλεος Θεός εἶναι καί λέγεται Ἀγάπη. Ἄν θέλουμε ν’ ἀποκαλοῦμε τόν Θεό “Πατέρα”, πρέπει νά εἴμαστε σπλαχνικοί. Ἄν κάνουμε τούς ἀδελφούς μας
νά χαίρονται καί νά εὐφραίνονται, τότε μόνο μποροῦμε να λέμε στόν Θεό: «Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς…». Ἄν, ὅμως, εἴμαστε ἄσπλαχνοι καί σκληρόκαρδοι, κάνοντας τούς
ἀδελφούς μας νά πικραίνονται, πρέπει νά λέμε “πατέρα” ὄχι τόν Θεό ἀλλά τόν διάβολο. Γιατί ὁ διάβολος θέλει να πικραίνουμε τούς ἀδελφούς μας, ὄχι ὁ Θεός.

Τοῦτον τόν λόγο νά ἔχετε πάντοτε στόν νοῦ σας: «Ὃ σὺ μισεῖς, ἑτέρῳ μὴ ποιήσῃς». Αὐτός ὁ λόγος θέλει νά πεῖ ὅτι ἐκεῖνο πού δέν θέλεις νά σοῦ κάνουν οἱ ἄλλοι, μήν τό κάνεις κι ἐσύ στούς ἄλλους· κι ἐκεῖνο πού θέλεις νά σοῦ κάνουν οἱ ἄλλοι, αὐτό νά τούς κάνεις κι ἐσύ. Ἔτσι παραγγέλλει ὁ Χριστός μας στό ἱερό Του Εὐαγγέλιο.

Ἄς εἶναι δοξασμένος ὁ Θεός, πού μᾶς ἔδωσε τρία ὅπλα, γιά νά πολεμᾶμε τόν διάβολο: τήν Ἐξομολόγηση, τή νηστεία καί τήν προσευχή. Ὅσο πιό συχνά ὁ ἄνθρωπος ἐξομολογεῖται, νηστεύει καί προσεύχεται, τόσο πιό πολύ ὁ διάβολος κατα-καίγεται καί φεύγει.

Ἄν θέλετε μέ τήν Ἐξομολόγηση νά γιατρέψετε τήν ψυχή σας, τέσσερα φάρμακα σᾶς χρειάζονται. Τό πρῶτο εἶναι να συγχωρεῖτε τούς ἐχθρούς σας· τό δεύτερο, να ἐξομολογεῖστε παστρικά καί καλά· τό τρίτο, νά κατηγορεῖτε τόν ἑαυτό σας καί ὄχι τούς ἄλλους· τό τέταρτο, νά ἀποφασίζετε νά μην ἁμαρτήσετε πιά. Ἄν μπορεῖτε, νά ἐξομολογεῖστε κάθε μέρα· ἀλλιῶς, ἔστω μιά φορά τήν ἑβδομάδα ἤ μιά φορά τόν μήνα
ἤ, τό λιγότερο, τέσσερις φορές τόν χρόνο. Καί τά παιδιά σας νά τά συνηθίζετε ἀπό μικρά στόν καλό δρόμο, νά τά μάθετε νά ἐξομολογοῦνται.

Ὁ ἀνεξομολόγητος ἄνθρωπος εἶναι ὅμοιος μ’ ἕναν ἀβάπτιστο καί δέν μπορεῖ νά σωθεῖ. Ἄν κάποιος, πρίν πεθάνει, πρόλαβε νά ἐξομολογηθεῖ, ἔστω κι ἄν δέν κοινώνησε, ἔχει ἐλπίδα σωτηρίας. Ἄν, ὅμως, δέν ἐξομολογήθηκε, ὅσες φορές κι ἄν κοινώνησε, ὄχι μόνο σέ τίποτα δέν ὠφελεῖται, ἀλλά καί βλάπτεται, ἐπειδή κοινώνησε ἀνάξια· ἀλίμονο σ’ αὐτόν! Πρῶτα πρέπει νά ἐξομολογεῖται κανείς κι ἔπειτα να κοινωνεῖ. Πρῶτα πλένουμε καί καθαρίζουμε τό δοχεῖο κι ἔπειτα βάζουμε μέσα τό πολύτιμο πράγμα.

Ἐμεῖς, οἱ εὐσεβεῖς χριστιανοί, πρέπει νά νηστεύουμε κάθε Τετάρτη, γιατί τήν ἡμέρα αὐτή πουλήθηκε ὁ Κύριος, καί κάθε Παρασκευή, γιατί τήν ἡμέρα αὐτή σταυρώθηκε. Ἔχουμε, ἐπίσης, χρέος νά νηστεύουμε καί τίς Σαρακοστές, καθώς τίς ὅρισαν οἱ θεῖοι πατέρες μέ τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιά νά νεκρώνουμε τά πάθη καί νά ταπεινώνουμε τή σάρκα, τό σῶμα, πού εἶναι ἕνας λύκος, ἕνα γουρούνι, ἕνα θηρίο, ἕνα λιοντάρι.

Εἶναι καλό καί ἅγιο, ἀδελφοί μου, νά προσεύχεστε πάντοτε τήν αὐγή καί τό βράδυ, καί μάλιστα τά μεσάνυχτα, πού ὑπάρχει ἡσυχία. Σᾶς συμβουλεύω νά πάρετε ὅλοι –μικροί καί μεγάλοι, ἄνδρες, γυναῖκες καί παιδιά– ἕνα κομποσχοίνι, νά τό κρατᾶτε μέ τό ἀριστερό χέρι καί μέ τό δεξιό νά κάνετε τόν σταυρό σας, λέγοντας σέ κάθε κόμπο: “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ καὶ Λόγε τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, διὰ τῆς Θεοτόκου καὶ πάντων Σου τῶν ἁγίων ἐλέησόν με, τὸν ἁμαρτωλὸν καὶ ἀνάξιον δοῦλόν Σου”. Νά μήν παραλείπετε ποτέ τούτη τήν προσευχή. Νά τή λέτε πάντοτε, μέρα και νύχτα, μέ τό στόμα σας καί μέ τόν νοῦ σας, ὅπου κι ἄν εἶστε. Εἴτε τρῶτε εἴτε βαδίζετε εἴτε δουλεύετε εἴτε κάθεστε, αὐτή νά μελετᾶτε. Γιατί σᾶς ὠφελεῖ πολύ. Ὅλοι οἱ ἅγιοι μέ τόν σταυρό καί μέ τό “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ…” πῆγαν στόν παράδεισο.

Μέ τόν σταυρό ἀνοίγουμε τόν παράδεισο, μέ τόν σταυρό κατακαῖμε τούς δαίμονες. Πρέπει, βέβαια, νά ἔχουμε το χέρι μας καθαρό ἀπό ἁμαρτίες· καί τότε, μόλις κάνουμε τόν σταυρό μας, ὁ διάβολος καίγεται καί φεύγει. Ἄν, ὅμως, εἴμαστε μολυσμένοι μέ ἁμαρτίες, δέν ἔχει δύναμη ὁ σταυρός πού κάνουμε.

Νά ἔχετε εὐλάβεια σ’ ὅλους τούς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας, μά χίλιες φορές περισσότερο στή Δέσποινά μας, τή Θεοτόκο Μαρία, γιατί, ἐνῶ ὅλοι οἱ ἅγιοι εἶναι δοῦλοι τοῦ Χριστοῦ, ἡ Θεοτόκος εἶναι Κυρία καί Βασίλισσα τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς, ὅλης τῆς αἰσθητῆς καί νοητῆς κτίσεως, καί παρακαλεῖ τόν εὔσπλαχνο Κύριο γιά τίς ἁμαρτίες μας. Ξεχώρισε ὁ Θεός τή Θεοτόκο, τήν ἔκανε Βασίλισσα καί τίμησε τό γένος μας.Γι’ αὐτό πρέπει κι ἐμεῖς νά τιμοῦμε τή Δέσποινά μας με νηστεῖες, προσευχές, ἐλεημοσύνες καί καλά ἔργα.

Νά χαιρόμαστε καί νά εὐφραινόμαστε πάντοτε, ἀδελφοί μου, μά περισσότερο τήν Κυριακή, τήν ἡμέρα πού ἔγινε ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας. Τίς ἕξι μέρες τῆς ἑβδομάδας
ἄς ἐργαζόμαστε γιά τά μάταια, τά γήινα καί ψεύτικα πράγματα. Τήν Κυριακή νά πηγαίνουμε στήν ἐκκλησία καί να στοχαζόμαστε τίς ἁμαρτίες μας, τόν θάνατο, τήν κόλαση, τον παράδεισο, τήν ψυχή μας, πού εἶναι πολυτιμότερη ἀπ’ ὅλον τόν κόσμο. Οὔτε νά πολυτρῶμε καί νά πολυπίνουμε οὔτε να ἁμαρτάνουμε οὔτε νά ἐργαζόμαστε οὔτε νά ἐμπορευόμαστε καί νά κάνουμε δοσοληψίες τήν Κυριακή. Τό κέρδος πού βγαίνει τήν Κυριακή εἶναι καταραμένο καί βάζει φωτιά στά σπίτια σας· δέν ἔχει εὐχή καί εὐλογία. Κι ἄν τύχει ἀπό ἀνάγκη ἕνα τέτοιο κέρδος, μήν τό βάλεις στή σακούλα σου, γιατί τη μαγαρίζεις. Μόνο δῶσε το ἐλεημοσύνη, γιά να εὐλογήσει ὁ Θεός τά πράγματά σου.

Ἐμεῖς, οἱ εὐσεβεῖς χριστιανοί, ὅταν πηγαίνουμε στην ἐκκλησία, πρέπει νά στεκόμαστε μέ εὐλάβεια, μέ φόβο και τρόμο, γιά νά λάβουμε τή συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ὅπως, ὅταν μπαίνουμε μέσα στόν τάφο, λησμονοῦμε ὅλα τά κοσμικά, ἔτσι καί ὅταν μπαίνουμε μέσα στό στασίδι, πρέπει νά λησμονοῦμε ὅλα τά κακά. Τό στασίδι τί εἶναι; Ἕνας ὄρθιος τάφος. Καί μᾶς τό χάρισε ὁ Θεός σάν δάσκαλο, γιά νά μπαίνουμε μέσα καί να στοχαζόμαστε τις ἁμαρτίες μας, τόν θάνατο, τήν κόλαση, τόν παράδεισο. Ἄν κάνετε ἔτσι, πολύ καλά κάνετε. Ἄν, ὅμως, πηγαίνετε στην ἐκκλησία στολισμένοι καί περιεργάζεστε ὁ ἕνας τόν ἄλλον καί κουβεντιάζετε τήν ὥρα τῆς Λειτουργίας, βάζετε φωτιά καί καίγεστε.

Νά προσέχετε, ἀδελφοί μου, νά μήν κατηγορεῖτε τους παπάδες σας, νά μήν τούς προσβάλλετε καί νά μήν τους καταφρονεῖτε. Οἱ παπάδες ἔχουν τόν Χριστό πού τούς κρίνει καί τούς τιμωρεῖ. Ὁ Χριστός μας ἔχει ραβδί σιδερένιο για τούς παπάδες πού ἁμαρτάνουν.

Οἱ παπάδες εἶναι ἀνώτεροι κι ἀπό τούς ἀγγέλους κι ἀπό τούς βασιλιάδες. Ἄν συναντήσω ἕναν παπά κι ἕναν βασιλιά, θά βάλω τόν παπά νά καθήσει πιό ψηλά ἀπό τόν βασιλιά· ἄν
συναντήσω ἕναν παπά κι ἕναν ἄγγελο, πρῶτα θά χαιρετήσω τόν παπά κι ἔπειτα τόν ἄγγελο.

Ἐγώ ἔχω χρέος, ὅταν συναντήσω ἕναν ἱερέα, νά σκύψω νά φιλήσω τά χέρια του καί τά ποδάρια του καί νά τον παρακαλέσω νά εὔχεται στόν Θεό γιά τίς ἁμαρτίες μου,
γιατί ὅλος ὁ κόσμος κι ὅλοι οἱ βασιλιάδες νά παρακαλοῦν τόν Θεό χιλιάδες χρόνια, δέν θά μπορέσουν νά τελέσουν τά Ἄχραντα Μυστήρια· ἕνας ἱερέας, ὅμως, ἄς εἶναι καί
ἁμαρτωλός, μπορεῖ μέ τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος να τά τελέσει, καί μάλιστα τό μέγα καί φρικτό μυστήριο τῆς θείας Λειτουργίας, πού τό βλέπουν οἱ ἄγγελοι καί τρέμουν.

Κακό πράγμα εἶναι, ἀδελφοί μου, νά κατηγορεῖ κανείς τόν πλησίον. Ἄν θέλουμε νά σωθοῦμε, τόν ἑαυτό μας να κατηγοροῦμε πάντοτε καί νά μή ρίχνουμε στόν ἄλλο τά
σφάλματά μας.

Ἡ μεγαλύτερη ἀρετή σου, γυναίκα, εἶναι τό νά παρηγορεῖς καί νά ὑπομένεις τόν ἄνδρα σου. Κι ἄν αὐτός ἔχει κάποιο ἐλάττωμα, νά τό παραβλέπεις· ἄνθρωπος εἶναι, δέν εἶναι
ἄγγελος. Νά σκέφτεσαι καί τά προτερήματά του, ὄχι μόνο τά ἐλαττώματα. Νά σκέφτεσαι, ἐπίσης, καί τά δικά σου ἐλαττώματα.

Ἐσύ, πάλι, ἄνδρα, ν’ ἀγαπᾶς τή γυναίκα σου. Δέν βλέπεις πόσους πειρασμούς ἔχει μέ τά παιδιά, μέ τό σπίτι, με τό ἕνα, μέ τό ἄλλο; Κι ἄν καμιά φορά σοῦ φταίει, μήν τήν
ξεσυνερίζεσαι. Νά σκέφτεσαι καί τά προτερήματά της, ὄχι μόνο τά ἐλαττώματα. Νά σκέφτεσαι, ἐπίσης, καί τά δικά σου ἐλαττώματα.

Ἐσύ, γυναίκα, ἔχεις καθῆκον περισσότερο ἀπό τόν ἄνδρα νά ἀνατρέφεις σωστά τά παιδιά σου, νά τά συμβουλεύεις καί νά τά καθοδηγεῖς στά καλά ἔργα. Ὅταν τό παιδί σου
σηκώνεται τό πρωί ἀπό τόν ὕπνο καί ἀμέσως σοῦ ζητάει ψωμί, ἐσύ νά μήν τοῦ δίνεις. Νά τό παίρνεις, νά τό πηγαίνεις μπροστά στήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καί νά τοῦ λές: “Ἐγώ,
παιδί μου, ψωμί δέν ἔχω· ὁ Χριστός μας ἔχει. Ἔλα, κάνε τόν σταυρό σου, νά Τόν προσκυνήσουμε καί νά Τόν παρακαλέσουμε νά μᾶς δώσει”. Ἔτσι, τό παιδί συνηθίζει ἀπό
μικρό στό καλό. Καί νά τό παίρνεις στήν ἐκκλησία, νά τοῦ δείχνεις πῶς νά κάνει σωστά τόν σταυρό του καί πῶς να ἀσπάζεται τίς ἅγιες εἰκόνες… Καί πάντα νά τό διδάσκεις
τή χριστιανική διαγωγή, καθώς πρόκειται νά δώσεις λόγο στόν Θεό γι’ αὐτό.

Ὅταν μαθαίνεις τοῦ παιδιοῦ σου γράμματα, ἀδελφέ μου, τότε αὐτό λέγεται ἄνθρωπος· ἄν δέν τοῦ μάθεις γράμματα, εἶναι σάν τό γουρουνόπουλο. Δέν βλέπετε πῶς ἀγρίεψε το Γένος μας ἀπό τήν ἀμάθεια καί γίναμε σάν τά θηρία;…

Καλύτερα νά ἔχεις στή χώρα σου σχολεῖο ἑλληνικό, παρά νά ἔχεις βρύσες καί ποτάμια. Γιατί ἡ βρύση ποτίζει το σῶμα, ἐνῶ τό σχολεῖο ποτίζει τήν ψυχή. Τό σχολεῖο ἀνοίγει
τίς ἐκκλησίες, τό σχολεῖο ἀνοίγει τά μοναστήρια. Ἀπό το σχολεῖο μαθαίνουμε −τό κατά δύναμιν− τί εἶναι Θεός, τι εἶναι Ἁγία Τριάς, τί εἶναι ἄγγελοι, τί εἶναι δαίμονες, τί εἶναι
παράδεισος, τί εἶναι κόλαση, τί εἶναι ἁμαρτία καί τί ἀρετή. Ἀπό τό σχολεῖο μαθαίνουμε τί εἶναι ἁγία Κοινωνία, τί εἶναι Βάπτισμα, τί εἶναι ἅγιο Εὐχέλαιο, τί εἶναι τίμιος Γάμος,
τί εἶναι ψυχή, τί εἶναι σῶμα. Τά πάντα ἀπό τό σχολεῖο τά μαθαίνουμε. Τό σχολεῖο φωτίζει τούς ἀνθρώπους, ἀνοίγει τά μάτια τῶν χριστιανῶν4.

Δέν πρέπει κανένας χριστιανός, ἄνδρας ἤ γυναίκα, να φροντίζει μόνο γιά τή δική του σωτηρία. Πρέπει νά φροντίζει καί γιά τή σωτηρία τῶν ἀδελφῶν του.

Νά χαίρεστε καί νά εὐφραίνεστε χιλιάδες φορές, ἀδελφοί μου, ὅσοι βγάζετε τό ψωμί σας μέ τόν κόπο σας, γιατί αὐτό τό ψωμί εἶναι εὐλογημένο. Καί, ἄν θέλετε, δίνετε λίγο καί
στούς φτωχούς· ἔτσι ἀγοράζετε τόν παράδεισο. Ἀπεναντίας, νά κλαῖτε καί νά θρηνεῖτε μέ μαῦρα δάκρυα ὅσοι ζεῖτε με ἁρπαγές, μέ ἀδικίες καί μέ τοκογλυφίες, γιατί μ’ αὐτές δέν
κερδίζετε παρά τόν αἰώνιο θάνατο καί τήν κόλαση.

Αὐτός ὁ κόσμος, ἀδελφοί μου, εἶναι σάν μιά φυλακή. Πότε πρέπει νά χαίρεται ὁ ἄνθρωπος; Ὅταν μπαίνει στη φυλακή ἤ ὅταν ἐλευθερώνεται ἀπ’ αὐτήν; Μοῦ φαίνεται πώς ὅταν μπαίνει στή φυλακή, πρέπει νά κλαίει καί νά λυπᾶται· καί ὅταν βγαίνει ἀπό τή φυλακή, πρέπει νά χαίρεται και νά εὐφραίνεται. Γι’ αὐτό, ἀδελφοί μου, νά μή λυπάστε για τούς πεθαμένους σας. Ἄν ἀγαπᾶς τόν πεθαμένο σου, κάνε ὅ,τι μπορεῖς γιά τήν ψυχή του: Σαρανταλείτουργα, Μνημόσυνα, Λειτουργίες, νηστεῖες, προσευχές, ἐλεημοσύνες. Σ’
αὐτά προσθέτει ὁ Θεός τήν εὐσπλαχνία Του καί τόν σώζει τόν πεθαμένο σου· τόν βάζει στόν παράδεισο ἤ ἐλαφρώνει τήν κόλασή του.

Σᾶς παρακαλῶ, ἀδελφοί μου, γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, νά προσέχετε καί νά τηρεῖτε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Νά μην κλέβετε. Νά μή φονεύετε. Νά μήν πορνεύετε. Νά μήν ὁρκί-
ζεστε. Νά μήν ψευδομαρτυρεῖτε. Νά μή συκοφαντεῖτε. Να μήν ὑπερηφανεύεστε. Νά στολίζετε ὄχι τό σῶμα σας, πού θά γίνει αὔριο «σκωλήκων βρῶμα καὶ δυσωδία», ἀλλά την ψυχή σας, πού εἶναι ἀθάνατη καί πιό πολύτιμη ἀπ’ ὅλον τον κόσμο. Νά μήν παραμελεῖτε τά καλά ἔργα. Νά προσεύχεστε συχνά. Νά μή δουλεύετε τίς Κυριακές καί τίς γιορτές, ἀλλά νά πηγαίνετε στήν ἐκκλησία. Νά νηστεύετε, ὅσο μπορεῖτε, τις Σαρακοστές. Νά κάνετε ἐλεημοσύνες, τό κατά δύναμιν. Ὅταν βλέπετε τούς συγγενεῖς σας στενοχωρημένους, νά τους συμπαραστέκεστε καί νά τούς παρηγορεῖτε. Πάντοτε νά
βγαίνουν ἀπό τό στόμα σας λόγια γλυκά σάν τό μέλι και τή ζάχαρη, ὄχι πικρά σάν τό φαρμάκι. Τέλος, νά θυμάστε πάντοτε τόν θάνατο καί νά φοβάστε μήν τυχόν ἔρθει ξαφ-
νικά καί σᾶς βρεῖ ἀνέτοιμους –τί θά γίνετε τότε; Γι’ αὐτό, ὅσο μπορεῖτε, νά εἶστε κάθε ὥρα ἕτοιμοι, ἐξομολογημένοι καί διορθωμένοι. Ὁπότε, ὅταν ἔρθει νά μᾶς πάρει ἀπ’ αὐτόν τόν ψεύτικο καί μάταιο κόσμο, καλῶς νά ἔρθει, νά μᾶς πάει στόν ἀληθινό καί αἰώνιο κόσμο, πού τέλος ποτέ δέν ἔχει.

Ἄς κατέβει κάτω ὁ οὐρανός, ἄς ἀνέβει πάνω ἡ γῆ, ἄς χαθεῖ ὁ κόσμος ὅλος −καί θά χαθεῖ σήμερα ἤ αὔριο−, ἄς κάνει ὁ Θεός ὅ,τι ἔχει νά κάνει· μή σᾶς νοιάζει. Τό σῶμα σας ἄς τό κάψουν, ἄς τό τηγανίσουν. Τά πράγματά σας ἄς τά πάρουν· μή σᾶς νοιάζει· δῶστε τα, δέν εἶναι δικά σας. Ψυχή καί Χριστός σᾶς χρειάζονται. Αὐτά τά δύο, καί ὅλος ὁ κόσμος να πέσει πάνω σας, δέν μπορεῖ νά σᾶς τά πάρει, ἐκτός κι ἄν τά δώσετε μέ τή θέλησή σας. Αὐτά τά δύο να τά φυλᾶτε, νά μήν τά χάσετε.

_____________________________________________________________2. Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς, ὡς ἀληθινός μοναχός καί αὐθεντικός φορέας
τῆς πατερικῆς μας παραδόσεως, δέν ἐκφράζεται μέ τόν συμβιβαστικό
τρόπο πού θά ἐπέβαλλε ἡ οἰκουμενιστική νοοτροπία ἤ ἡ πολιτική ὀρ-
θότητα τῶν ἡμερῶν μας, ἀλλά διατυπώνει μέ ἀκρίβεια καί τόλμη τήν
ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας, ἐπειδή γνωρίζει καλά ὅτι ἡ ἀλήθεια ἐλευθε-
ρώνει. Σκοπός του εἶναι ἡ προστασία τῶν χειμαζόμενων ἀδελφῶν του
ἀπό τίς προκλήσεις τοῦ Ἰσλάμ, τοῦ Παπισμοῦ καί τοῦ εἰσαγόμενου
ἀπό τήν Εὐρώπη ἀθεϊσμοῦ.

3. Ὁ ὀνομαζόμενος «χωρισμός Ἐκκλησίας-Πολιτείας», ὅπως ἀπε-
ρίσκεπτα τόν ἀπαιτοῦν οἱ ποικιλώνυμοι ἐκσυγχρονιστές, στοχεύει
στόν ἀποχριστιανισμό τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας καί προωθεῖται στό
ὄνομα τῆς πολυπολιτισμικότητας καί τοῦ ἐξευρωπαϊσμοῦ, μιᾶς καί
«ἡ Φραγκιά δέν μᾶς θέλει μέ τέτοιο ντύμα ὀρθόδοξον» (στρατη-
γός Μακρυγιάννης). Ὡστόσο, μιά τέτοια κίνηση βρίσκεται σέ πλήρη
ἀσυμφωνία μέ τόν βαθύτερο ψυχισμό τοῦ Νεοέλληνα, ὁ ὁποῖος, παρ’
ὅλη τήν ἀλλοτρίωσή του καί παρ’ ὅλη τήν πικρία πού κατά καιρούς
δοκιμάζει ἀπό τήν ἐκκλησιαστική του ἡγεσία, ἐξακολουθεῖ νά ἐμπι-
στεύεται τήν Ἐκκλησία καί νά τή θεωρεῖ μάνα του. Εἶναι πολλαπλῶς
μαρτυρημένο, ἄλλωστε, ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία, πού στό διάβα τῶν αἰώνων
ἦταν ἡ ζωτική δύναμη τοῦ Ἑλληνισμοῦ, παραμένει καί στούς τωρινούς
καιρούς ὁ μοναδικός ρεαλιστικός ἄξονας τῆς κοινωνικῆς καί πολιτι-
σμικῆς συνοχῆς του. Γιά τόν λαό μας ἡ Ὀρθοδοξία καί ὁ Ἑλληνισμός
ἀποτελοῦν μιάν ἀδιαίρετη ἑνότητα. Ὅπως, ὅταν χωρίζεται ἡ ψυχή
ἀπό τό σῶμα, τό σῶμα ἀποσυντίθεται, ἔτσι καί ὅταν χωρίζεται ἡ
Ἑλλάδα ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ Ἑλλάδα πεθαίνει.

4. Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς θεωρεῖ ὡς αὐτονόητο ἔργο τῶν σχολείων τήν
Προσφορά χριστοκεντρικῆς παιδείας, δηλαδή παιδείας πού, δίχως νά
ὑποβαθμίζει τήν ἀνθρώπινη γνώση, δίνει προτεραιότητα στή γνώση
τοῦ Θεοῦ καί τήν ψυχική καλλιέργεια τῶν μαθητῶν. Αὐτός, ἄλλωστε,
ἦταν ἀνέκαθεν ὁ βασικός ἄξονας τῆς παιδείας τοῦ Γένους μας.
Σήμερα τά σχολεῖα μας ἔχουν προσανατολιστεῖ μονομερῶς στήν
προσφορά χρησιμοθηρικῆς γνώσεως, γι’ αὐτό καί δημιουργοῦν ἀνθρώ-
πους καταναλωτές, ἄτομα καταθλιπτικά, δίχως ἀνώτερα ἰδανικά καί
ὅραμα ζωῆς, εὔκολα χειραγωγήσιμα ἀπό τή Νέα Τάξη Πραγμάτων.
Εἰδικότερα, μέ τά σύγχρονα Προγράμματα Σπουδῶν τά Ἑλληνόπουλα
ὑποβαθμίζονται μορφωτικά καί νοητικά, χάνουν ἐντελῶς τή γλωσσική
τους ἐκφραστική, ὁδηγοῦνται ὄχι στήν ἁγνή φιλοπατρία ἀλλά στόν
ἀκραῖο διεθνισμό καί τόν ἐθνομηδενισμό, καί διδάσκονται ὄχι τή μονα-
δικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας ἀλλά τόν θρησκευτικό συγκρητισμό, τή δαι-
μονική Πανθρησκεία καί τήν ἀθεΐα. Παράλληλα οἱ παιδικές ψυχές τους
κακοποιοῦνται μέ ποικίλες Θεματικές Ἑνότητες γιά τήν ὁμοφυλοφιλία,
τή μεταβλητότητα τοῦ φύλου καί κάθε ἄλλη ἠθική ἐξαχρείωση. Ἡ βία, τέλος,
καί ἡ παραβατικότητα στούς σχολικούς καί πανεπιστημιακούς
χώρους (φαινόμενα ἐκφοβισμοῦ-bullying, διακίνηση καί χρήση ναρκω-
τικῶν οὐσιῶν, καταλήψεις καί βανδαλισμοί κτηρίων κ.λπ.), οἱ ὁποῖες
καί εὐνοοῦνται ἀπό τήν “ἐκσυγχρονιστική” ἐκπαιδευτική πολιτική τῶν
τελευταίων δεκαετιῶν, πιστοποιοῦν τή διάλυση τῆς παιδείας μετά τήν
ἀπώλεια τοῦ χριστοκεντρικοῦ προσανατολισμοῦ της.
Ἄν ζοῦσε στίς μέρες μας ὁ ἅγιος Κοσμᾶς, θά συμβούλευε τούς
ἁγίους ἀρχιερεῖς νά ἀνοίξουν στίς ἐπαρχίες τους ἑλληνορθόδοξα σχο-
λεῖα καί τούς εὐσεβεῖς ἱερεῖς νά στήσουν στίς ἐνορίες τους “κρυφά
σχολειά”, γιά νά κρατήσει ὁ λαός μας τήν πίστη του, τήν ἱστορική
του μνήμη, τή γλώσσα του καί τήν ἀξιοπρέπειά του, γιά νά μπορέσει
ἡ πατρίδα μας νά σταθεῖ πάλι στά πόδια της καί νά προχωρήσει
μπροστά.

Πηγή: Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός γιά τό Ρωμαίικο
(διδαχές καί προφητεῖες)
Ἐπιλογή κειμένων-σχόλια-ἐκδοτική ἐπιμέλεια:
Ἱερά Μονή Παρακλήτου, 190 15 Ὠρωπός Ἀττικῆς
www.imparaklitou.gr

Κοινοποίηση άρθρου:
RSS
Follow by Email
Facebook
Facebook
Google+
https://www.agiospatrokosmas.gr/2019/04/08/apanthisma-ton-didaxon-tou-agiou-patrokosma/
Twitter