Η Δ Ι Κ Α Ι Ο Σ Υ Ν Η: Ἀνθρώπινη καί θεία

Η  Δ Ι Κ Α Ι Ο Σ Υ Ν Η: Ἀνθρώπινη καί θεία

Τό θέμα πού κατόπιν τῆς εὐγενοῦς καί προφρόνου προσκλήσεώς σας καί μέ τήν ἀνοχή σας θά ἀναπτύξω στήν ἐξαιρετική αὐτή σύναξη τῶν ἐντιμολογιωτάτων, δοκιμωτάτων, περιφανεστάτων καί ἐκλαμπροτάτων  δικαστικῶν λειτουργῶν, ὅπως εἶναι φυσικό γιά μένα ἕνα ταπεινό Ἐπίσκοπο τῆς Ἐκκλησίας καί ὑπηρέτη τῆς θείας δικαιοσύνης, στηρίζεται στήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ πού ἔχει καταγραφεῖ κατά τήν παρέλευση τοῦ χρόνου στά θεόπνευστα κείμενα τῆς ἁγίας Γραφῆς.

            Στήν ἁγία Γραφή διαπιστώνουμε, ὅτι παρουσιάζονται δύο τρόποι σκέψεως καί κατανοήσεως τῆς δικαιοσύνης :

            Ἀφ’ ἑνός μέν ἡ δικαιοσύνη μέ τήν προοπτική τῆς κρίσεως, ἀφοῦ δικαιοσύνη νοεῖται ἡ ἠθική ἀρετή πού δηλώνει τήν ὁλοκληρωτική τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν κατά τόν λόγο πού ὁ Χριστός εἶπε στόν Πρόδρομο «φες ρτι· οτω γρ πρπον στν μν πληρσαι πσαν δικαιοσνην » (Κατά Ματθαῖον γ΄ 15) καί «οκ λθον καταλσαι λλ πληρσαι » (Κατά Ματθαῖον ε΄ 17). Σ’ αὐτή τήν κατανόηση ὁ Θεός ἐξαγγέλλει καί δίνει τόν νόμο Του, τά προστάγματά Του, πού ὀφείλει ὁ ἄνθρωπος νά τηρήσει καί γιά τήν τήρηση ἤ μή θά κριθεῖ ἀπό τόν ὑπέρτατο Κριτή πού εἶναι ὁ Κύριος πού νομοθέτησε. 

            Ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἄλλη κατεύθυνση κατανοήσεως τῆς δικαιοσύνης στά βιβλικά κείμενα ὑποδηλώνει ἄλλοτε μία θεία ἰδιότητα καί ἄλλοτε ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ πού σκορπίζει τά δῶρα τῆς σωτηρίας. Σ’ αὐτή τήν κατανόηση ὁ ἄνθρωπος ἀποδεικνύεται ἀδύνατος νά τηρήσει τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ πού ὀφείλεται σέ πολλούς λόγους. Ὁ Θεός ὅμως δείχνοντας τήν εὐσπλαγχνία Του ἐνεργεῖ ὥστε νά καταστήσει τόν ἄνθρωπο ἱκανό καί κατάλληλο νά τηρήσει τίς ἐντολές Του στήν περίπτωση πού δέν τίς τηρεῖ μέ τήν μετάνοια, τήν πίστη, τήν ταπείνωση, τήν ὑπακοή στό ἅγιο θέλημά Του, νά τόν ἀθωώσει ὥστε νά ἀποφύγει τήν κρίση ἐπειδή τίς παραβαίνει καί ἀντί τιμωρίας νά ἐπιφυλάσσει τιμή καί δόξα.  

Α΄ Ἡ δικαιοσύνη καί ἡ κρίση

  1. Ἡ ἀνθρώπινη δικαιοσύνη

            Σ’ ἕνα σύντομο διάγραμμα καταγράφουμε τίς ἔννοιες τῆς ἀνθρώπινης δικαιοσύνης, πῶς ἀσκεῖται ἡ δικαιοσύνη ἀπό τόν ἄνθρωπο.

α- Ἡ δικαιοσύνη στήν Πολιτεία

            Ἡ Βίβλος ἀπαιτεῖ ἀπό τούς κριτές ἀκεραιότητα στήν ἄσκηση τῶν καθηκόντων τους

            «Καὶ ἐνετειλάμην τοῖς κριταῖς ὑμῶν ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ λέγων· διακούετε ἀνὰ μέσον τῶν ἀδελφῶν ὑμῶν καὶ κρίνατε δικαίως ἀνὰ μέσον ἀνδρὸς καὶ ἀνὰ μέσον ἀδελφοῦ καὶ ἀνὰ μέσον προσηλύτου αὐτοῦ» (Δευτερονομίου α΄16).

            Δηλαδή : «Ἐπίσης, μέ τήν εὐκαιρία, ἔδωσα στούς δικαστές σας αὐτούς ὁρισμένες ὁδηγίες : Νἀκοῦτε, τούς εἶπα, μέ προσοχή τίς ὑποθέσεις τῶν συμπατριωτῶν σας καί νά κρίνετε δίκαια τίς διαφορές τοῦ καθενός, εἴτε αὐτές εἶναι μ ἕναν Ἰσραηλίτη εἴτε μ ἕναν ξένο».  

            «Κριτὰς καὶ γραμματοεισαγωγεῖς ποιήσεις σεαυτῷ ἐν ταῖς πόλεσί σου, αἷς Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι, κατὰ φυλάς, καὶ κρινοῦσι τὸν λαὸν κρίσιν δικαίαν» (Δευτερονομίου ιστ΄18).

            Δηλαδή : «Σ ὅλες τίς πόλεις πού θά σᾶς δώσει ὁ Κύριος ὁ Θεός σας, θά διορίσετε δικαστές καί ἀξιωματούχους κατά φυλές. Αὐτοί θά ἀποδίδουν τό δίκαιο στό λαό, μέ εὐθυκρισία».

            «Δικαίως τὸ δίκαιον διῴξῃ, ἵνα ζῆτε καὶ εἰσελθόντες κληρονομήσητε τὴν γῆν, ἣν Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι» (Δευτερονομίου ιστ΄ 20).

            Δηλαδή : «Τό δίκαιο, μόνο δίκαιο νά ἐπιδιώκετε, γιά νά ζήσετε καί νά πάρετε ἰδιοκτησία σας τή χώρα πού σᾶς δίνει ὁ Κύριος, ὁ Θεός σας».

            «Οὐ ποιήσετε ἄδικον ἐν κρίσει· οὐ λήψῃ πρόσωπον πτωχοῦ, οὐδὲ μὴ θαυμάσῃς πρόσωπον δυνάστου· ἐν δικαιοσύνῃ κρινεῖς τὸν πλησίον σου» (Λευτικοῦ ιθ΄ 15).

            Δηλαδή : «Μήν  εἶσαι ἄδικος ὅταν δικάζεις. Μήν παίρνεις τό μέρος τοῦ ἀδύνατου ἀλλά μήν εὐνοεῖς καί τόν ἰσχυρό · νά κρίνεις δίκαια τό συμπολίτη σου»

            «Ζυγὰ δίκαια καὶ σταθμία δίκαια καὶ χοῦς δίκαιος ἔσται ἐν ὑμῖν· ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν, ὁ ἐξαγαγὼν ὑμᾶς ἐκ γῆς Αἰγύπτου» (Λευτικοῦ ιθ΄ 36).

       Δηλαδή : «Νά μεταχειρίζεστε ἀκριβεῖς πλάστιγγες, ἀκριβῆ ζύγια ἐφά καί ἀκριβές χίν. Ἐγώ, ὁ Κύριος, εἶμαι ὁ Θεός σας, πού σᾶς ἔβγαλα ἀπό τήν Αἴγυπτο».

       «μ κρνετε κατ’ ψιν, λλ τν δικααν κρσιν κρνατε » (Ἰωάννου ζ΄ 24)

       Δηλαδή : «Μήν κρίνετε ἐπιφανειακά, ἀλλά νά κρίνετε μέ τά σωστά κριτήρια»

            Κατά τήν ἔννοια αὐτή ὁ ἀκέραιος κριτής εἶναι δίκαιος κατά τό πρότυπο τοῦ Θεοῦ, πού ὀφείλει νά δικαιώνει τόν ἀθῶο, δηλαδή νά τόν ἀθωώνει ἤ νά τόν ἀποκαθιστᾶ στό δίκαιό του.

             Οἱ Προφῆτες συχνά ἀπευθύνονται στούς ποικίλους ἡγέτες μέ τήν παραίνεση «ποιεῖτε κρίσιν καί δικαιοσύνην»  (Ἰερεμίου κβ΄ 3)

            «Σπείρατε ἑαυτοῖς εἰς δικαιοσύνην, τρυγήσατε εἰς καρπὸν ζωῆς, φωτίσατε ἑαυτοῖς φῶς γνώσεως, ἐκζητήσατε τὸν Κύριον ἕως τοῦ ἐλθεῖν γενήματα δικαιοσύνης ὑμῖν» (Ὠσηέ ι΄12)

            Δηλαδή : «Νά σπέρνετε τούς εἶπα δικαιοσύνη ὥστε νά θερίσετε καρπούς ἀνάλογους τῆς ἀγάπης σας. Κάντε καινούργια ἀρχή, ὅπως ὁ ἀγρότης τό καινούργιο του χωράφι ἑτοιμάζει. Εἶναι καιρός σ ἐμένα, τόν Κύριο, νά στραφεῖτε κι ἐγώ τίς εὐλογίες μου πλούσιες πάνω σας θά τίς σκορπίσω».

            «Τάδε λέγει Κύριος· ποιεῖτε κρίσιν καὶ δικαιοσύνην καὶ ἐξαιρεῖσθε διηρπασμένον ἐκ χειρὸς ἀδικοῦντος αὐτὸν καὶ προσήλυτον καὶ ὀρφανὸν καὶ χήραν μὴ καταδυναστεύετε καὶ μὴ ἀσεβῆτε καὶ αἷμα ἀθῷον μὴ ἐκχέητε ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ » (Ἰερεμίου κβ΄ 3)

            Δηλαδή : «Κάντε τό σωστό καί τό δίκαιο, λέει ὁ Κύριος, καί γλιτῶστε κάθε ἀπογυμνωμένον ἀπό τόν καταπιεστή του. Μήν ἀδικεῖτε καί μήν καταπιέζετε τούς ξένους, τά ὀρφανά καί τίς χῆρες καί μή φονεύετε ἀθώους ἀνθρώπους σ αὐτό τόν τόπο».

*****

β-Ἡ Δικαιοσύνη πιστότητα στόν Νόμο τοῦ Θεοῦ

            Δικαιοσύνη γιά τόν ἄνθρωπο σημαίνει τήν ὁλοκληρωτική τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν, τήν συμπεριφορά σύμφωνα μέ τόν Νόμο, ὅπως δίδαξε ὁ Κύριος:

            «Ζητεῖτε δὲ  πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ» (Ματθαῖον στ΄ 33).

            Δηλαδή: «Γι’ αὐτό πρῶτα ἀπό ὅλα νά ἐπιζητεῖτε τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί τήν ἐπικράτηση τοῦ θελήματός Του»

            Γι’ αὐτό οἱ ἅγιοι χαρακτηρίζονται δίκαιοι τοῦ Θεοῦ.

            Ἡ ἐπισήμανση αὐτή στηρίζεται στό λόγο τοῦ Θεοῦ :

 

            «ς ἐὰν ον λσ μαν τν ντολν τοτων τν λαχστων κα διδξ οτως τος νθρπους, λχιστος κληθσεται ν τ βασιλείᾳ τν ορανν· ς δ’ ν ποισ κα διδξ, οτος μγας κληθσεται ν τ βασιλείᾳ τν ορανν » (Ματθαίου ε΄19)

       Δηλαδή : «Ὅποιος, λοιπόν, καταργήσει ἀκόμα καί μία ἀπό τίς πιό μικρές ἐντολές αὐτοῦ του νόμου καί διδάξει ἔτσι τούς ἄλλους, θά θεωρηθεῖ ἐλάχιστος στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἐνῶ ὅποιος τίς τηρήσει ὅλες καί διδάξει ἔτσι καί τούς ἄλλους, αὐτός θά θεωρηθεῖ μεγάλος στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ»

             «στις γρ λον τν νμον τηρσ, πτασ δ ν ν, γγονε πντων νοχος» (Ἰακώβου β΄ 10)

            Δηλαδή: «Ὅποιος τηρήσει ὅλες τίς διατάξεις τοῦ νόμου καί παραβεῖ μία, θεωρεῖται παραβάτης ὅλου τοῦ νόμου»

            Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος τονίζει, ἑρμηνεύοντας τόν μακαρισμό     «Μακάριοι οἱ πεινῶντες καί διψῶντες τήν δικαιοσύνην, ὅτι αὐτοί χορτασθήσονται» (Ματθαίου ε΄ 6)

            « Ἤ τήν καθόλου φησίν ἀρετήν, ἤ τήν μερικήν ταύτην τήν ἀπεναντίας τῇ πλεονεξίᾳ κειμένην» (Ὁμιλία XV (15) εἰς τό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιον PG 57, 227)

            Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐπιχειρηματολογεῖ ἀποτρέποντας τόν πιστό νά κρίνει καί νά καταδικάζει τόν ἀδελφό του, διότι δέν τό ἐπιτρέπει ὁ Θεός λέγοντας:

            «σ τς ε κρνων λλτριον οκτην; τ δίῳ Κυρίῳ στκει ππτει » (Πρός Ρωμαίους ιδ΄ 4)

            Δηλαδή : «Ποιός εσαι σύ πο θά κρίνεις ναν ξένο πηρέτη;»

            Ὁ Κύριος ἀρνήθηκε νά δικάσει τήν ὑπόθεση δύο ἀδελφῶν πού διαφωνοῦσαν στήν διανομή τῆς πατρικῆς περιουσίας

       « δ επεν ατ· νθρωπε, τς με κατστησε δικαστν μεριστν φ’ μς;» (Λουκᾶ ιβ΄ 14)         

       Δηλαδή : «Ἄνθρωπέ μου ἐγώ δέν εἶμαι δικαστής γιά νά χωρίζω τήν περιουσία σας»

*****

γ-Δικαιοσύνη – ἀνταμοιβή

            Ἡ πιστότητα στίς θεῖες ἐντολές γίνεται πηγή ἀξιομισθίας καί εὐημερίας.

            Στίς Παροιμίες ἀναφέρεται «ὁδὸς δικαιοσύνης καὶ ἐλεημοσύνης εὑρήσει ζωὴν καὶ δόξαν » (κστ΄ 21), ὅπου ἡ δικαιοσύνη ἰσοδυναμεῖ μέ ζωή καί δόξα.

             Στόν Ψαλμό κγ΄ 3-6 ἡ δικαιοσύνη πού χορηγεῖται ἀπό τόν Θεό δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τήν θεία εὐλογία πού ἀνταμείβει τήν εὐσέβεια τῶν ζητούντων τόν Κύριον.

            «Τίς ἀναβήσεται εἰς τὸ ὄρος τοῦ Κυρίου καὶ τίς στήσεται ἐν τόπῳ ἁγίῳ αὐτοῦ;  ἀθῷος χερσὶ καὶ καθαρὸς τῇ καρδίᾳ, ὃς οὐκ ἔλαβεν ἐπὶ ματαίῳ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ καὶ οὐκ ὤμοσεν ἐπὶ δόλῳ τῷ πλησίον αὐτοῦ. οὗτος λήψεται εὐλογίαν παρὰ Κυρίου καὶ ἐλεημοσύνην παρὰ Θεοῦ σωτῆρος αὐτοῦ. αὕτη ἡ γενεὰ ζητούντων τὸν Κύριον, ζητούντων τὸ πρόσωπον τοῦ Θεοῦ ᾿Ιακώβ »

            Δηλαδή : «Ποιός μπορεῖ νά ἀνέβει στό ὅρος τοῦ Κυρίου; καί ποιός στόν ἅγιο του τόν τόπο νά σταθεῖ; Καθένας πού τά χέρια του δέν ἔπραξαν κακό καί καθαρή εἶναι ἡ καρδιά του, ὅποιος δέν ἐπιδόθηκε σέ μάταια πράγματα, οὔτε ὁρκίστηκε μέ δόλο γιά τό διπλανό του. Αὐτός θά λάβει εὐλογία ἀπό τόν Κύριο · καί δικαιοσύνη ἀπό τόν Θεό του πού τόν σώζει. Αὐτή εἶναι ἡ γενιά πού τόν ζητάει καί λαχταράει τήν παρουσία του ὁ Ἰακώβ».

                                                            *****

δ- Δικαιοσύνη, σοφία καί καλοσύνη

            Στή Σοφία Σολομῶντος ἀναπτύσσεται ἡ ἄποψη ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἀσκεῖται μέ σοφία καί καλοσύνη:

            «Ἀγαπήσατε δικαιοσύνην, οἱ κρίνοντες τὴν γῆν, φρονήσατε περὶ τοῦ Κυρίου ἐν ἀγαθότητι, καὶ ἐν ἁπλότητι καρδίας ζητήσατε αὐτόν»  (α΄ 1)

            Δηλαδή : «Ἀγαπῆστε τήν δικαιοσύνη, ἐσεῖς οἱ κυβερνῆτες τῆς γῆς, σκεφτεῖτε μέ ἀγαθά αἰσθήματα τόν Κύριο κι ἀναζητῆστε τον μέ εἰλικρινή καρδιά».

            «Δικαιοσύνη γὰρ ἀθάνατός ἐστιν » (α΄ 15)

       Δηλαδή : «Στόν δίκαιο ὁ θάνατος δέν ἔχει ἐξουσία»

            Στό χωρίο τῆς Σοφίας Σολομῶντος η΄ 7  ἡ δικαιοσύνη ἔχει καρπούς τή  σωφροσύνη καί τή φρόνηση, τή δικαιοσύνη καί τήν ἀνδρεία τίς τέσσαρες κύριες κλασσικές ἀρετές πού πρέπει νά κοσμοῦν τόν εὐσεβῆ καί δίκαιο ἄνθρωπο.

            «Εἰ δικαιοσύνην ἀγαπᾷ τις, οἱ πόνοι ταύτης εἰσὶν ἀρεταί· σωφροσύνην γὰρ καὶ φρόνησιν ἐκδιδάσκει, δικαιοσύνην καὶ ἀνδρείαν, ὧν χρησιμώτερον οὐδέν ἐστιν ἐν βίῳ ἀνθρώποις» (η΄ 7).

       Δηλαδή : «Ἄν κανείς ἀγαπάει τήν δικαιοσύνη, τότε ἐμφανίζονται ὅλες οἱ ὑπέρτατες ἀξίες : αὐτή διδάσκει σωφροσύνη καί σύνεση, δικαιοσύνη καί γενναιότητα· τίποτα πιό χρήσιμο ἀπαὐτά δέν ὑπάρχει στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου»

            Δικαιοσύνη καταλήγει νά σημαίνει τά ἀποτέλεσμα  τῆς κρίσεως  π.χ. τήν ἀπελευθέρωση τοῦ κατηγορουμένου. Αὐτή ἡ συγκεκριμένη ἔννοια τῆς «εὐεργεσίας» ἐξαγγέλλει τελικά τήν ἔννοια τῆς ἐλεημοσύνης. Ἀντίστοιχα ὁ δίκαιος εἶναι ἐνάρετος καί ἐλεήμων ἄνθρωπος.

            «᾿Εδίδαξας δέ σου τὸν λαὸν διά τῶν τοιούτων ἔργων, ὅτι δεῖ τὸν δίκαιον εἶναι φιλάνθρωπον· καὶ εὐέλπιδας ἐποίησας τοὺς υἱούς σου ὅτι δίδως ἐπὶ ἁμαρτήμασι μετάνοιαν » (Σοφίας Σολομῶντος ιβ΄ 19).

            Δηλαδή : «Μ αὐτή τήν καλοσύνη δίδαξες τό λαό σου ὅτι ὁ δίκαιος πρέπει ν ἀγαπάει τούς ἀνθρώπους καί ἔκανες τά παιδιά σου νά ἐλπίζουν ὅτι τούς δίνεις εὐκαιρίες νά μετανοοῦν ὅταν ἁμαρτάνουν».

                                                            *****

            ε- Ὁ Ἰησοῦς Χριστός κήρυκας καί ἑρμηνευτής τῆς δικαιοσύνης

 

            Στό κήρυγμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ δικαιοσύνη διατηρεῖ τίς ἔννοιες τῆς Παλαιοδιαθηκικῆς εὐσέβειας δηλαδή τῆς ὑπακοῆς στίς θεῖες ἐντολές.

            Ὁ Ἰησοῦς στό κήρυγμά Του κατεδίκασε μία ἀνθρώπινη καί ἀλαζονική  εὐσέβεια πού ἐκπροσωποῦσαν οἱ Φαρισαῖοι τῆς ἐποχῆς Του μέ τήν ὑποκριτική τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καί ἀπεκάλυψε τό ἀληθινό νόημα τῆς εὐσέβειας του.

   «Ττε ησος λλησε τος χλοις κα τος μαθητας ατο λγων· π τς Μωσως καθδρας κθισαν ο γραμματες κα ο Φαρισαοι. πντα ον σα ἐὰν επωσιν μν τηρεν, τηρετε κα ποιετε, κατ δ τ ργα ατν μ ποιετε· λγουσι γρ, κα ο ποιοσι. δεσμεουσιν γρ φορτα βαρα κα πιτιθασιν π τος μους τν νθρπων, τ δ δακτλ ατν ο θλουσι κινσαι ατ. πντα δ τ ργα ατν ποιοσι πρς τ θεαθναι τος νθρποις, πλατνουσι γρ τ φυλακτρια ατν κα μεγαλνουσι τ κρσπεδα τν ματων ατν, φιλοσι δ τν πρωτοκλισαν ν τος δεπνοις κα τς πρωτοκαθεδρας ν τας συναγωγας κα τος σπασμος ν τας γορας κα καλεσθαι π τν νθρπων, αββ αββ. μες δ μ κληθτε αββ· ες γρ μν στιν διδσκαλος, Χριστς· πντες δ μες δελφο στε. κα πατρα μ καλσητε μν π τς γς· ες γρ στιν πατρ μν, ν τος ορανος. μηδ κληθτε καθηγητα· ες γρ μν στιν καθηγητς, Χριστς» (Ματθαίου κγ΄ 1-10)

                Δηλαδή : «Τότε ησος μίλησε στό πλθος: «Τή θέση το Μωυσ ς δασκάλου», τούς επε, «τήν πραν ο  γραμματες καί ο  Φαρισαοι. Ὅσα λοιπόν σς λένε νά τηρετε, νά τά τηρετε καί νά τά πράττετε· νά μήν κάνετε μως κατά τά ργα τους, γιατί λένε μόνο καί δέν πράττουν. Φτιάχνουν φορτία βαριά, πού δύσκολα σηκώνονται, καί τά φορτώνουν στούς μους τν νθρώπων, ν ο διοι δέ θέλουν οτε μέ τό δάκτυλό τους νά τά κινήσουν. Ὅλα τά ργα τους τά πράττουν γιά νά κάνουν καλή ντύπωση στούς νθρώπους. Πλαταίνουν τά φυλαχτά τους καί φαρδαίνουν τίς κρες πό τά μάτιά τους.  Τούς ρέσουν ο καλύτερες θέσεις στά δεπνα καί τά πρτα καθίσματα στή  συναγωγή, νά τούς χαιρετον μέ σεβασμό στήν γορά καί νά τούς φωνάζουν ο νθρωποι “δάσκαλέ μου”. σς μως νά μή δεχτετε νά σς ποκαλον “δάσκαλέ μου”. νας εναι δάσκαλός σας, Χριστός κι σες λοι εστε δερφοί. Καί πατέρα σας μήν νομάσετε κανέναν στή γ, γιατί νας εναι Πατέρας σας: οράνιος. Μήν νομαστετε γήτορες, γιατί γήτοράς σας εναι νας: Χριστός».

Ἀντίστροφα ἡ ἐπί τοῦ Ὄρους ὁμιλία Του προσδιορίζει τήν ἀληθινή δικαιοσύνη τῶν Μαθητῶν Του :

«Λγω γρ μν τι ἐὰν μ περισσεσ δικαιοσνη μν πλεον τν γραμματων κα Φαρισαων, ο μ εσλθητε ες τν βασιλεαν τν ορανν.  κοσατε τι ρρθη τος ρχαοις, Ο φονεσεις· ς δ’ ν φονεσ, νοχος σται τ κρσει.  γ δ λγω μν τι πς ργιζμενος τ δελφ ατο εκ νοχος σται τ κρσει· ς δ’ ν επ τ δελφ ατο, Ρακ, νοχος σται τ συνεδρίῳ· ς δ’ ν επ, Μωρ, νοχος σται ες τν γενναν το πυρς. ἐὰν ον προσφρς τ δρν σου π τ θυσιαστριον κκε μνησθς τι δελφς σου χει τι κατ σο, φες κε τ δρν σου μπροσθεν το θυσιαστηρου, κα παγε πρτον διαλλγηθι τ δελφ σου, κα ττε λθν πρσφερε τ δρν σου.  σθι ενον τ ντιδκ σου ταχ ως του ε ν τ δ μετ’ ατο, μποτ σε παραδ ντδικος τ κριτ, κα κριτς σε παραδ τ πηρτ, κα ες φυλακν βληθσ·  μν λγω σοι, ο μ ξλθς κεθεν ως ν ποδς τν σχατον κοδρντην. κοσατε τι ρρθη τος ρχαοις, Ο μοιχεσεις. γ δ λγω μν τι πς βλπων γυνακα πρς τ πιθυμσαι ατν δη μοχευσεν ατν ν τ καρδίᾳ ατο. ε δ φθαλμς σου δεξις σκανδαλζει σε, ξελε ατν κα βλε π σο· συμφρει γρ σοι να πληται ν τν μελν σου κα μ λον τ σμ σου βληθ ες γενναν.  κα ε δεξι σου χερ σκανδαλζει σε, κκοψον ατν κα βλε π σο· συμφρει γρ σοι να πληται ν τν μελν σου κα μ λον τ σμ σου βληθ ες γενναν. ρρθη δ· ς ν πολσ τν γυνακα ατο, δτω ατ ποστσιον. γ δ λγω μν τι ς ν πολσ τν γυνακα ατο παρεκτς λγου πορνεας, ποιε ατν μοιχσθαι, κα ς ἐὰν πολελυμνην γαμσ μοιχται. Πλιν κοσατε τι ρρθη τος ρχαοις, Οκ πιορκσεις, ποδσεις δ τ Κυρίῳ τος ρκους σου. γ δ λγω μν μ μσαι λως· μτε ν τ οραν, τι θρνος στν το Θεο· μτε ν τ γ, τι ποπδιν στιν τν ποδν ατο· μτε ες εροσλυμα, τι πλις στν το μεγλου βασιλως· μτε ν τ κεφαλ σου μσς, τι ο δνασαι μαν τρχα λευκν μλαιναν ποισαι. στω δ λγος μν να να, ο ο· τ δ περισσν τοτων κ το πονηρο στιν.  κοσατε τι ρρθη, φθαλμν ντ φθαλμο κα δντα ντ δντος.  γ δ λγω μν μ ντιστναι τ πονηρ· λλ’ στις σε απζει ες τν δεξιν σιαγνα, στρψον ατ κα τν λλην· κα τ θλοντ σοι κριθναι κα τν χιτν σου λαβεν, φες ατ κα τ μτιον· κα στις σε γγαρεσει μλιον ν, παγε μετ’ ατο δο.  τ ατοντ σε δδου, κα τν θλοντα π σο δανεσασθαι μ ποστραφς. κοσατε τι ρρθη, γαπσεις τν πλησον σου κα μισσεις τν χθρν σου.  γ δ λγω μν, γαπτε τος χθρος μν, ελογετε τος καταρωμνους μς, καλς ποιετε τος μισοσιν μς κα προσεχεσθε πρ τν πηρεαζντων μς κα διωκντων μς,  πως γνησθε υο το πατρς μν το ν ορανος, τι τν λιον ατο νατλλει π πονηρος κα γαθος κα βρχει π δικαους κα δκους.  ἐὰν γρ γαπσητε τος γαπντας μς, τνα μισθν χετε; οχ κα ο τελναι τ ατ ποιοσι;  κα ἐὰν σπσησθε τος φλους μν μνον, τ περισσν ποιετε; οχ κα ο τελναι οτω ποιοσιν; σεσθε ον μες τλειοι, ς πατρ μν ν τος ορανος τλεις στιν » (Ματθαίου ε΄ 17-48)

       Δηλαδή : «Γι’ ατό νά χετε πόψη σας τι, ν εσέβειά σας δέν ξεπεράσει τήν εσέβεια τν γραμματέων καί τν Φαρισαίων, δέ θά μπετε στή βασιλεία το Θεο.

                                  Περί τῆς ἐντολῆς οὐ φονεύσεις

       χετε κούσει τήν ντολή πού δόθηκε παλιά στούς προγόνους: νά μήν κάνεις φόνο, κι ποιος κάνει φόνο πρέπει νά καταδικαστε πό τό τοπικό δικαστήριο. Ἐγώ μως σς λέω πώς κόμα κι ποιος ργίζεται ναντίον το δερφο του χωρίς λόγο, πρέπει νά καταδικαστε πό τό τοπικό δικαστήριο. Κι ποιος πε τόν δερφό του «ρακ», δηλαδή λίθιε, πρέπει νά καταδικαστε πό τό μεγάλο συνέδριο. Κι ποιος το πε μωρέ, δηλαδή λίθιε πρέπει νά καταδικαστε στή φωτιά τς κόλασης. Γι’ ατό, ταν προσφέρεις τό δρο σου στό ναό κι κε θυμηθες πώς δερφός σου χει κάτι ναντίον σου, ἄφησε κε, μπροστά στό θυσιαστήριο το ναο, τό δρο σου, καί πήγαινε νά συμφιλιωθες πρτα μέ τόν δερφό σου, καί στερα λα νά προσφέρεις τό δρο σου. Κοίταξε νά συμβιβαστες γρήγορα μέ τόν ντίδικό σου, σο κόμα βρίσκεστε στό δρόμο πρός τό δικαστήριο γιατί στερα ντίδικος θά σέ παραδώσει στό δικαστή, κι δικαστής θά σέ παραδώσει στό δεσμοφύλακα, κι ατός θά σέ κλείσει στή φυλακή. Σέ βεβαιώνω πώς δέ θά μπορέσεις νά βγες πό κε, πρίν ξεπληρώσεις καί τό τελευταο δίλεπτο».

Περί τῆς ἐντολῆς μή μοιχεύσεις

       «κούσατε πίσης πώς δόθηκε στούς προγόνους ντολή: μή μοιχεύσεις· Ἐγώ μως σς λέω πώς ποιος βλέπει μία γυναίκα μέ πονηρή πιθυμία, χει κιόλας διαπράξει μέσα του μοιχεία μ’ ατήν. Κι ν κάτι τόσο σπουδαο σάν τό δεξί σου μάτι σέ σκανδαλίζει, βγάλ’ το καί πέταξε τό γιατί σέ συμφέρει νά χάσεις να μέλος σου, παρά νά ριχτε λο τό σμα σου στήν κόλαση. Κι ν κάτι τόσο σπουδαο σάν τό δεξί σου χέρι σέ σκανδαλίζει, κόψε το καί πέταξέ το γιατί σέ συμφέρει νά χάσεις να μέλος σου, παρά νά ριχτε λο τό σμα σου στήν κόλαση». «Δόθηκε κόμα ντολή: ποιος χωρίσει τή γυναίκα του, νά τς δώσει γγραφο διαζυγίου. Ἐγώ μως σς λέω πώς ποιος χωρίσει τή γυναίκα του γιά ποιονδήποτε λόγο, κτός πό πορνεία τήν δηγε στή μοιχεία· λλά κι ποιος παντρευτε χωρισμένη διαπράττει μοιχεία».

Περί τῆς ἐντολῆς

«Οκ πιορκσεις, ποδσεις δ τ Κυρίῳ τος ρκους σου»

        «χετε πίσης κούσει τήν ντολή πού δόθηκε παλιά στούς προγόνους: νά μή γίνεις πίορκος λλά νά τηρήσεις τούς ρκους πού δωσες στό νομα το Κυρίου. Ἐγώ μως σς λέω νά μήν ρκίζεστε καθόλου· οτε στόν ορανό, γιατί εναι θρόνος το Θεο· οὔτε στή γ, γιατί εναι τό σκαμνί που πατον τά πόδια του· οτε στά εροσόλυμα, γιατί εναι πόλη το Θεο, το μεγάλου βασιλι· ἀλλά οτε στό κεφάλι σου νά ρκιστες, γιατί δέν μπορες νά κάνεις οτε μία τρίχα το σπρη μαύρη. Τό “ναί” σας νά εναι ναί καί τό “χι” σας νά εναι χι· καθετί πέρα π’ ατά, προέρχεται πό τόν πονηρό.

Περί τοῦ « φθαλμν ντ φθαλμο κα δντα ντ δντος »

       «χετε πίσης κούσει πώς δόθηκε ντολή: “ν’ νταποδίδεις μάτι γιά μάτι καί δόντι γιά δόντι”. Ἐγώ μως σς λέω νά μήν ντιστέκεστε στόν κακό νθρωπο· λλά ν κάποιος σέ χτυπήσει στό δεξί μάγουλο, γύρισέ του καί τό λλο. Κι ν κάποιος θέλει νά σέ πάει στό δικαστήριο γιά νά σού πάρει τό πουκάμισο, φησέ του καί τό πανωφόρι. Ἄν σέ πάρει κάποιος γγαρεία γιά να μίλι, πήγαινε μαζί του δύο. Σ’ κενον πού σου ζητάει κάτι, νά το τό δίνεις, κι ν κάποιος θέλει νά το δανείσεις κάτι, μήν το τό ρνηθες».

       Περί τῆς ἐντολῆς «γαπσεις τν πλησον σου κα μισσεις τν χθρν σου»

       «χετε κούσει πώς δόθηκε ντολή: “ν’ γαπήσεις τόν πλησίον σου καί νά μισήσεις τόν χθρό σου ” Ἐγώ μως σς λέω: N’ γαπτε τούς χθρούς σας, δίνετε εχές σ’ ατούς πού σς δίνουν κατάρες, εεργετετε ατούς πού σς μισον, καί προσεύχεστε γι’ ατούς πού σς κακομεταχειρίζονται καί σς καταδιώκουν, γιά νά γίνετε παιδιά το οράνιου Πατέρα σας, γιατί ατός νατέλλει τόν λιό του γιά κακούς καί καλούς καί στέλνει τή βροχή σέ δικαίους καί δίκους, Γιατί, ν γαπήσετε μόνο σους σς γαπον, ποιά μοιβή περιμένετε πό τό Θεό; Τό διο δέν κάνουν κι ο τελνες; Κι ν χαιρεττε μόνο τούς φίλους σας, τί παραπάνω κάνετε πό τούς λλους; Μήπως καί ο τελνες τό διο δέν κάνουν; Νά γίνετε, λοιπόν, κι σες τέλειοι, πως τέλειος εναι καί Πατέρας σας οράνιος».

« Προσχετε τν λεημοσνην μν μ ποιεν μπροσθεν τν νθρπων πρς τ θεαθναι ατος· ε δ μγε, μισθν οκ χετε παρ τ πατρ μν τ ν τος ορανος. ταν ον ποις λεημοσνην, μ σαλπσς μπροσθν σου, σπερ ο ποκριτα ποιοσιν ν τας συναγωγας κα ν τας ῥύμαις, πως δοξασθσιν π τν νθρπων· μν λγω μν, πχουσι τν μισθν ατν. σο δ ποιοντος λεημοσνην μ γντω ριστερ σου τ ποιε δεξι σου, πως σου λεημοσνη ν τ κρυπτ· κα πατρ σου βλπων ν τ κρυπτ ποδσει σοι ν τ φανερ. Κα ταν προσεχ, οκ σ ς ο ποκριτα· τι φιλοσιν ν τας συναγωγας κα ν τας γωναις τν πλατειν σττες προσεχεσθαι, πως ν φανσι τος νθρποις· μν λγω μν, τι πχουσι τν μισθν ατν. σ δ ταν προσεχ, εσελθε ες τ ταμιεῖόν σου κα κλεσας τν θραν σου πρσευξαι τ πατρ σου τ ν τ κρυπτ· κα πατρ σου βλπων ν τ κρυπτ ποδσει σοι ν τ φανερ. Προσευχμενοι δ μ βαττολογσητε σπερ ο θνικο, δοκοσι γρ τι ν τ πολυλογίᾳ ατν εσακουσθσονται. μ ον μοιωθτε ατος· οδε γρ πατρ μν ν χρεαν χετε πρ το μς ατσαι ατν. Οτως ον προσεχεσθε μες· Πτερ μν ν τος ορανος, γιασθτω τ νομ σου· λθτω βασιλεα σου· γενηθτω τ θλημ σου, ς ν οραν κα π τς γς. τν ρτον μν τν πιοσιον δς μν σμερον· κα φες μν τ φειλματα μν, ς κα μες φεμεν τος φειλταις μν· κα μ εσενγκς μς ες πειρασμν, λλ ῥῦσαι μς π το πονηρο. τι σο στιν βασιλεα κα δναμις κα δξα ες τος αἰῶνας· μν. Ἐὰν γρ φτε τος νθρποις τ παραπτματα ατν, φσει κα μν πατρ μν ορνιος· ἐὰν δ μ φτε τος νθρποις τ παραπτματα ατν, οδ πατρ μν φσει τ παραπτματα μν. ταν δ νηστεητε, μ γνεσθε σπερ ο ποκριτα σκυθρωπο, φανζουσι γρ τ πρσωπα ατν πως φανσι τος νθρποις νηστεοντες· μν λγω μν, τι πχουσιν τν μισθν ατν. σ δ νηστεων λειψα σου τν κεφαλν κα τ πρσωπν σου νψαι,  πως μ φανς τος νθρποις νηστεων λλ τ πατρ σου τ ν τ κρυπτ· κα πατρ σου βλπων ν τ κρυπτ ποδσει σοι ν τ φανερ » (Ματθαίου στ΄ 1-18)

Περί τῆς ἀληθινῆς ἐλεημοσύνης

       Δηλαδή : ««Νά προσέχετε τήν λεημοσύνη σας, νά μή γίνεται μπροστά στούς νθρώπους, γιά νά σς πιδοκιμάσουν. λλις, μήν περιμένετε νταμοιβή πό τόν οράνιο Πατέρα σας. τσι, ταν κάνεις λεημοσύνη, μήν τό διατυμπανίσεις, πως κάνουν ο ποκριτές στίς συναγωγές καί στούς δρόμους, γιά νά τούς τιμήσουν ο νθρωποι· σς βεβαιώνω πώς ατή τιμή εναι λη κι λη νταμοιβή τους. Ἐσύ, ντίθετα, ταν δίνεις λεημοσύνη, ς μήν ξέρει οτε τό ριστερό σου χέρι τί κάνει τό δεξί σου, γιά νά εἶναι ληθινά κρυφή λεημοσύνη σου. Κι Πατέρας σου, πού βλέπει τίς κρυφές πράξεις, θά σέ νταμείψει φανερά».

 

Περί τῆς ἀληθινῆς προσευχῆς

       «Κι ταν προσεύχεστε, νά μήν εστε σάν τούς ποκριτές, πού τούς ρέσει νά στέκονται καί νά προσεύχονται στίς  συναγωγές καί στά σταυροδρόμια, γιά νά κάνουν καλή ντύπωση στούς νθρώπους · σς βεβαιώνω πώς ατή εναι λη κι λη νταμοιβή τους. Ἐσύ, ντίθετα, ταν προσεύχεσαι, πήγαινε στό πιό πόμερο δωμάτιο το σπιτιο σου, κλεσε τήν πόρτα σου καί προσευχήσου κε κρυφά στόν Πατέρα σου· κι Πατέρας σου, πού βλέπει τίς κρυφές πράξεις, θά σέ νταμείψει φανερά. Ὅταν προσεύχεστε, μή φλυαρετε πως ο εδωλολάτρες, πού νομίζουν τι μέ τήν πολυλογία τους θά εσακουστον. Νά μή γίνετε μοιοι μ’ ατούς γιατί Πατέρας σας ξέρει πό τί χετε νάγκη, προτο κόμα το τό ζητήσετε». «σες, λοιπόν, τσι νά προσεύχεστε: Πατέρα μας, πού βρίσκεσαι στούς  ορανούς, κάνε νά σέ δοξάσουν λοι ς Θεό, νά ρθει βασιλεία σου· νά γίνει τό θέλημά σου καί πό τούς νθρώπους, πως γίνεται πό τίς οράνιες δυνάμεις. Δῶσε μας σήμερα τόν παραίτητο γιά τή ζωή μας ρτο. Καί χάρισέ μας τά χρέη τν μαρτιν μας, πως κι μες τά χαρίζουμε στούς δικούς μας φειλέτες. Καί μή μς φήσεις νά πέσουμε σέ πειρασμό, λλά γλίτωσέ μας πό τόν πονηρό. Γιατί σ’ σένα νήκει παντοτινά βασιλεία, δύναμη καί δόξα, μήν». «Γιατί, ν συγχωρήσετε τούς νθρώπους γιά τά παραπτώματά τους, θά σς συγχωρήσει κι σς οράνιος Πατέρας σας. Ἄν μως δέ συγχωρήσετε στούς νθρώπους τά παραπτώματά τους, οτε κι Πατέρας σας θά συγχωρήσει τά δικά σας παραπτώματα». Καί ταν νηστεύετε, νά μή γίνεστε σκυθρωποί, πως ο ποκριτές, πού παραμορφώνουν τήν ψη τους γιά νά δείξουν στούς νθρώπους πώς νηστεύουν. Σς βεβαιώνω πώς τσι χουν κιόλας λάβει τήν νταμοιβή τους. Ἐσύ, ντίθετα, ταν νηστεύεις, περιποιήσου τά μαλλιά σου καί νίψε τό πρόσωπό σου, γιά νά μή φανε στούς νθρώπους νηστεία σου, λλά στόν Πατέρα σου, πού βλέπει τίς κρυφές πράξεις καί Πατέρας σου, πού βλέπει τίς κρυφές πράξεις, θά σοῦ τό νταποδώσει φανερά».

Ἔτσι ἀπαλλαγμένη ἀπό μία στενή καί κατά τούς ἐξωτερικούς τύπους ἐφαρμογή τῶν ἐντολῶν ἡ ζωή τοῦ μαθητή τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ ὡστόσο δικαιοσύνη, δηλαδή πιστότητα στούς νόμους τοῦ Θεοῦ, ὅπως αὐτοί οἱ νόμοι στήν νέα παρουσίασή τους καί ἐφαρμογή τους ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστό ἀποκαλύπτουν τό πνεῦμα τῆς Μωσαϊκῆς Νομοθεσίας, πού εἶναι τό καθαρό καί τέλειο θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ἀπαιτοῦν τήν βίωση τῆς ἀρετῆς σ’ ὅλα τά στάδια τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου (σκέψη, ἐπιθυμία, συγκατάθεση, ἐνέργεια, λόγος, πράξη).

*****

στ- Ἡ Δικαιοσύνη – ἁγιότητα

Ἡ Δικαιοσύνη στήν Καινή Διαθήκη γίνεται καρπός τῆς πνευματικῆς ζωῆς, τῆς ἐνάρετης ζωῆς καί ἔπαινος τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν ὁποῖο δοξάζεται καί ὑμνεῖται ὁ Θεός.  

   «Πεπληρωμνοι καρπν δικαιοσνης τν δι ησο Χριστο ες δξαν κα παινον Θεο» (Πρός Φιλιππησίους α΄ 11)

Δηλαδή : «Πλούσιοι σέ καλά ἔργα πού προέρχονται ἀπό τήν πίστη στόν Ἰησοῦ Χριστό γιά νά δοξάζεται καί νά ὑμνεῖται ὁ Θεός».

   «Πσα δ παιδεα πρς μν τ παρν ο δοκε χαρς εναι, λλ λπης, στερον δ καρπν ερηνικν τος δι’ ατς γεγυμνασμνοις ποδδωσι δικαιοσνης» (Πρός Ἑβραίους ιβ΄11)

   Δηλαδή : «Ἡ διαπαιδαγώγηση ποτέ δέ φαίνεται στήν ἀρχή νά προξενεῖ χαρά ἀλλά λύπη· ἀργότερα, ὅμως, ἀποφέρει εἰρήνη καί δικαιοσύνη σ’ αὐτούς πού διαπαιδαγωγήθηκαν».

   « πιστεων ες ατν ο κρνεται· δ μ πιστεων δη κκριται, τι μ πεπστευκεν ες τ νομα το μονογενος υο το Θεο» (Ἰωάννου γ΄ 18)

   Δηλαδή : «Ὅποιος πιστεύει σ’ ατόν δέν χει νά φοβηθε τή θεϊκή κρίση· ατός μως πού δέν πιστεύει χει κιόλας καταδικαστε, γιατί δέν πίστεψε στό μονογεν Υό το Θεο».

 «Λοιπν πκειτα μοι τς δικαιοσνης στφανος, ν ποδσει μοι Κριος ν κεν τ μρ, δκαιος κριτς, ο μνον δ μο, λλ κα πσι τος γαπηκσι τν πιφνειαν ατο » (Πρός Τιμόθεον Β΄ δ΄ 8)

Δηλαδή : «Τώρα πιά μέ περιμένει τό στεφάνι τῆς δικαιοσύνης, πού μ’ αὐτό θά μέ ἀνταμείψει ὁ Κύριος ἐκείνη τήν ἡμέρα ὁ δίκαιος κριτής. Κι ὄχι μόνο ἐμένα, ἀλλά κι ὅλους ἐκείνους πού  περιμένουν μέ ἀγάπη τόν ἐρχομό του».

*****

  1. Ἡ θεία Δικαιοσύνη

α΄ Ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ:

τιμωρία τῶν ἁμαρτωλῶν δικαίωση τοῦ ἀθώου.

Στήν Ἁγία Γραφή ἐξυμνεῖται ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ πού ἐκδηλώνεται μέ δύο τρόπους:

Ἀφ’ ἑνός τιμωρώντας τόν ἁμαρτωλό πού δέν μετανοεῖ

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὁ κῆρυξ τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ τονίζει :

«κα πσα παρβασις κα παρακο λαβεν νδικον μισθαποδοσαν » (Πρός Ἑβραίους β΄ 2)

Δηλαδή : «Κι ὅσοι τόν παρέβηκαν ἤ δέν ὑπάκουσαν σ’ αὐτόν (ἐν. τόν νόμο) δέχτηκαν τήν τιμωρία πού τούς ἔπρεπε»

«Καὶ κυλισθήσεται ὡς ὕδωρ κρίμα καὶ δικαιοσύνη ὡς χειμάρρους ἄβατος. μὴ σφάγια καὶ θυσίας προσηνέγκατέ μοι, οἶκος ᾿Ισραήλ, τεσσαράκοντα ἔτη ἐν τῇ ἐρήμῳ; καὶ ἀνελάβετε τὴν σκηνὴν τοῦ Μολὸχ καὶ τὸ ἄστρον τοῦ θεοῦ ὑμῶν Ραιφάν, τοὺς τύπους αὐτῶν, οὓς ἐποιήσατε ἑαυτοῖς. καὶ μετοικιῶ ὑμᾶς ἐπέκεινα Δαμασκοῦ, λέγει Κύριος, ὁ Θεὸς ὁ παντοκράτωρ ὄνομα αὐτῷ » (Ἀμώς ε΄ 24-27).

Δηλαδή : «Ἀντί γι αὐτά, ἄς ρεύσει σάν νερό τό δίκαιο ἄφθονο καί ἡ δικαιοσύνη σάν χείμαρρος ἀστείρευτος. Σᾶς ζήτησα ἐγώ ποτέ θυσίες καί προσφορές ἀναίμακτες, λαέ τοῦ Ἰσραήλ, μές στά σαράντα χρόνια πού σᾶς ὁδηγοῦσα μέσ’ ἀπ’ τήν ἔρημο ; Τώρα, ὅμως, ἐπειδή λατρεύσατε τά εἴδωλα καί φτιάξατε, τό βασιλιά σας τό Σακκούχ καί τόν Θεό σας τόν ἀστρικό, τόν Καϊβάν, θά ὑποχρεωθεῖτε νά κουβαλήσετε αὐτά τά εἴδωλα ὅταν ἐγώ σᾶς ὁδηγήσω στήν αἰχμαλωσία πέρα ἀπ τή Δαμασκό. Αὐτά λέει ὁ Κύριος, πού τ ὄνομά του εἶναι τοῦ σύμπαντος Θεός».  

«Καὶ ὑψωθήσεται Κύριος Σαβαὼθ ἐν κρίματι, καὶ ὁ Θεὸς ὁ ἅγιος δοξασθήσεται ἐν δικαιοσύνῃ» (Ἡσαΐου ε΄ 16).

Δηλαδή : «Ἀλλά ὁ Κύριος τοῦ σύμπαντος θά δείξει τή μεγαλοσύνη του πράττοντας σύμφωνα μέ τήν κρίση του· ὁ Θεός ὁ ἅγιος θ ἀποκαλύψει τήν ἁγιότητά του ἀποδίδοντας δικαιοσύνη».

«Καὶ ἐὰν γένηται ὁ λαὸς ᾿Ισραὴλ ὡς ἡ ἄμμος τῆς θαλάσσης, τὸ κατάλειμμα αὐτῶν σωθήσεται· λόγον συντελῶν καὶ συντέμνων ἐν δικαιοσύνῃ» (Ἡσαΐου ι΄ 22). 

Δηλαδή : «Γιατί ἀκόμα κι ἄν ὁ λαός σου, Ἰσραήλ, ἤτανε σάν τῆς θάλασσας τήν ἄμμο μόνο ἕνα μέρος ἀπ’ αὐτόν θά ἐπέστρεφε. Ἔχει ἀποφασισθεῖ ἡ καταστροφή καί θά συντελεσθεῖ μέ δικαιοσύνη».

Ἀφ’ ἑτέρου ἐλευθερώνοντας, ἀποκαθιστώντας ἤ δικαιώνοντας τόν δίκαιο, τόν ἐνάρετο, τόν ἀθῶο.

«Τάδε λέγει Κύριος· μὴ καυχάσθω ὁ σοφὸς ἐν τῇ σοφίᾳ αὐτοῦ, καὶ μὴ καυχάσθω ὁ ἰσχυρὸς ἐν τῇ ἰσχύϊ αὐτοῦ, καὶ μὴ καυχάσθω ὁ πλούσιος ἐν τῷ πλούτῳ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐν τούτῳ καυχάσθω ὁ καυχώμενος, συνιεῖν καὶ γινώσκεν ὅτι ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ ποιῶν ἔλεος καὶ κρίμα καὶ δικαιοσύνην ἐπὶ τῆς γῆς, ὅτι ἐν τούτοις τὸ θέλημά μου, λέγει Κύριος» (Ἰερεμίου θ΄ 23)

   Δηλαδή : «Ἀλλά ὅποιος θέλει νά καυχᾶται, νά καυχᾶται ἐπειδή εἶναι ἱκανός νά μέ γνωρίζει καί νά ξέρει ὅτι ἐγώ, ὁ Κύριος, ἐνεργῶ μέ ἀγάπη, δικαιοσύνη καί ἀξιοπιστία πάνω στή γῆ. Αὐτά μέ εὐχαριστοῦν».

«Κύριε κρίνων δίκαια, δοκιμάζων νεφροὺς καὶ καρδίας, ἴδοιμι τὴν παρὰ σοῦ ἐκδίκησιν ἐξ αὐτῶν, ὅτι πρὸς σὲ ἀπεκάλυψα τὸ δικαίωμά μου » (Ἰερεμίου ια΄20)

Δηλαδή : «Ἀλλά, ἐσύ πού κρίνεις δίκαια, Κύριε τοῦ σύμπαντος, καί ἐξετάζεις τά αἰσθήματα καί τίς σκέψεις τῶν ἀνθρώπων, κάνε νά δῶ τό πῶς ἐσύ θά τούς ἐκδικηθεῖς· σ’ ἐσένα ἔχω ἐμπιστευθεῖ τήν ὑπόθεσή μου».

«Ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ σωθήσεται ᾿Ιούδας, καὶ ᾿Ισραὴλ κατασκηνώσει πεποιθώς, καὶ τοῦτο τὸ ὄνομα αὐτοῦ, ὃ καλέσει αὐτὸν Κύριος ᾿Ιωσεδέκ, (δηλαδή ὁ Κύριος εἶναι ἡ δικαιώσή μας)» (Ἰερεμίου κγ΄6 )

Δηλαδή : «Στίς μέρες του θά ἐλευθερωθοῦν ἀπ τούς ἐχθρούς τους οἱ κάτοικοι τοῦ Ἰούδα καί θά ζήσουν μέ ἀσφάλεια οἱ κάτοικοι τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰσραήλ. Τό ὄνομα πού θά τοῦ δοθεῖ θά’ ναι ὁ Κύριος εἶναι ἡ δικαίωσή μας».

Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, τόνισε τό σταθερό καί ἀμετάβλητο τῆς θείας νομοθεσίας πού περιβάλλεται μέ καθολικό κύρος

«μν γρ λγω μν, ως ν παρλθ ορανς κα γ, ἰῶτα ν μα κεραα ο μ παρλθ π το νμου ως ν πντα γνηται» (Ματθαίου ε΄ 18)

Δηλαδή : «Σᾶς βεβαιώνω πώς ὅσο ὑπάρχει ὁ κόσμος, ἕως τή συντέλειά του, δέ θά πάψει νά ἰσχύει οὔτε ἕνα γιώτα ἤ μία ὀξεία ἀπό τό νόμο ».

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος συνοψίζει αὐτή τήν δικαία κρίση τοῦ Θεοῦ λέγοντας ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἀπροσωπόληπτος καί ἀποδίδει στόν καθένα ὡς ὑπέρτατος κριτής κατά τήν πνευματική του ἀξία

«Δξα δ κα τιμ κα ερνη παντ τ ργαζομν τ γαθν, ουδαίῳ τε πρτον κα λληνι· ο γρ στι προσωποληψα παρ τ Θεῷ.σοι γρ νμως μαρτον, νμως κα πολονται » (Πρός Ρωμαίους β΄ 10-11)

Δηλαδή : «Ἀντίθετα, δόξα, τιμή καί εἰρήνη προσμένουν ὅποιον κάνει τό καλό, πρῶτα τόν Ἰουδαῖο ἀλλά καί τόν ἐθνικό· γιατί ὁ Θεός δέν κάνει διακρίσεις. Ἔτσι λοιπόν, σοι μάρτησαν χωρίς νά ξέρουν τό νόμο το Θεο θά καταδικαστον χι μέ κριτήριο τό νόμο. Κι πό τήν λλη, σοι μάρτησαν γνωρίζοντας τό νόμο θά δικαστον μέ κριτήριο τό νόμο »

Ἐκεῖνος πού ζητάει δικαιοσύνη ἀπευθύνεται στόν Θεό.

Ἄλλοτε  Τόν παρακαλεῖ στήν πιστότητά Του νά τόν ἐλευθερώσει

   «Ἐπί σοί, Κύριε, ἤλπισα, μὴ καταισχυνθείην εἰς τὸν αἰῶνα.  ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου ῥῦσαί με καὶ ἐξελοῦ με, κλῖνον πρός με τὸ οὖς σου καὶ σῶσόν με.  γενοῦ μοι εἰς Θεὸν ὑπερασπιστὴν καὶ εἰς τόπον ὀχυρὸν τοῦ σῶσαί με, ὅτι στερέωμά μου καὶ καταφυγή μου εἶ σύ. ὁ Θεός μου, ρῦσαί με ἐκ χειρὸς ἁμαρτωλοῦ, ἐκ  χειρὸς παρανομοῦντος καὶ ἀδικοῦντος· ὅτι σὺ εἶ ἡ ὑπομονή μου, Κύριε· Κύριε, ἡ ἐλπίς μου ἐκ νεότητός μου, ἐπὶ σὲ ἐπεστηρίχθην ἀπὸ γαστρός, ἐκ κοιλίας μητρός μου σύ μου εἶ σκεπαστής· ἐν σοὶ ἡ ὕμνησίς μου διαπαντός » (Ψαλμοῦ  ο΄ (οα΄) 70, 1-6)

Δηλαδή : «Σἐσένα, Κύριε, κατέφυγα· ποτέ ἄς μήν ντροπιαστῶ. Μέ τή δικαιοσύνη σου θά μέ λυτρώσεις καί θά μ’ ἐλευθερώσεις· τήν προσοχή σου στρέψε την σἐμένα καί σῶσε με. Γίνε γιά μένα βράχος, γιά νά προστατευτῶ, φρούριο, γιά νά μέ σώσεις· γιατί βράχος μου καί φρούριό μου εἶσἐσύ. Θεέ μου, μ ἐλευθέρωσες ἀπ’τοῦ κακοῦ τήν ἐξουσία, ἀπ’ τή λαβή τοῦ ἁμαρτωλοῦ καί τοῦ καταπιεστή. Γιατί ἐσύ’ σαι, Κύριε, ἡ ἐλπίδα μου· ἀπό τῆς νιότης μου τά χρόνια, Κύριε, ἡ ἐμπιστοσύνη μου. Ἐπάνω σου στηρίχθηκα· ἀγέννητος ἀκόμη, ἀπό τῆς μάνας μου τή μήτρα τό καταφύγιό μου εἰσ’ ἐσύ· ἐσένα ὑμνῶ παντοτινά».

Ἄλλοτε ὁμολογεῖ ὅτι ὁ Θεός τιμωρώντας τον τοῦ ἀπεκάλυψε τήν ἀδιάβλητη δικαιοσύνη Του.

«Ἡμάρτομεν, ἠδικήσαμεν, ἠνομήσαμεν καὶ ἀπέστημεν καὶ ἐξεκλίναμεν ἀπὸ τῶν ἐντολῶν σου καὶ ἀπὸ τῶν κριμάτων σου. καὶ οὐκ εἰσηκούσαμεν τῶν δούλων σου τῶν προφητῶν, οἳ ἐλάλουν ἐν τῷ ὀνόματί σου πρὸς τοὺς βασιλεῖς ἡμῶν καὶ ἄρχοντας ἡμῶν καὶ πατέρας ἡμῶν, καὶ πρὸς πάντα τὸν λαὸν τῆς γῆς » (Δανιήλ θ΄ 5-6)

Δηλαδή : «Ἁμαρτήσαμε κι ἀνομήσαμε, ἀσεβήσαμε, ἐπαναστατήσαμε καί στρέψαμε τά νώτα μας στίς ἐντολές σου καί στίς ὑποδείξεις σου. Δέν ἀκούσαμε τούς δούλους σου τούς προφῆτες, πού μίλησαν ἐξ ὀνόματός σου στούς βασιλιάδες μας, στούς ἄρχοντές μας, στούς προγόνους μας καί σέ ὅλο τό λαό τῆς χώρας».

            «Καὶ ἐρεῖτε·  Τῷ Κυρίῳ Θεῷ ἡμῶν ἡ δικαιοσύνη, ἡμῖν δὲ αἰσχύνη τῶν προσώπων ὡς ἡ ἡμέρα αὕτη, ἀνθρώπῳ ᾿Ιούδα καὶ τοῖς κατοικοῦσιν ῾Ιερουσαλὴμ » (Βαρούχ α΄ 15).

            Δηλαδή : «Καί πεῖτε : Ὁ Κύριος ὁ Θεός μας εἶναι δίκαιος ἀλλά ἐμεῖς εἴμαστε μές στήν ντροπή, ὅλοι μας: ὁ λαός τοῦ Ἰούδα καί οἱ κάτοικοι τῆς Ἰερουσαλήμ».

«Τῷ Κυρίῳ Θεῷ ἡμῶν ἡ δικαιοσύνη, ἡμῖν δὲ καὶ τοῖς πατράσιν ἡμῶν ἡ αἰσχύνη τῶν προσώπων ὡς ἡ ἡμέρα αὕτη » (Βαρούχ β΄ 6).

Δηλαδή : «Ὁ Κύριος ὁ Θεός μας εἶναι δίκαιος ἀλλά ἐμεῖς καί οἱ πρόγονοί μας ζοῦμε μές στήν ντροπή ὅπως σήμερα».

Ὁ Θεός ἀναδεικνύεται δίκαιος μέ τίς δύο ἐνέργειες τῆς δικαιοσύνης Του

«Κύριε ὁ Θεὸς ᾿Ισραήλ, δίκαιος σύ, ὅτι κατελείφθημεν διασῳζόμενοι ὡς ἡ ἡμέρα αὕτη. ἰδοὺ ἡμεῖς ἐναντίον σου ἐν πλημελείαις ἡμῶν, ὅτι οὐκ ἔστι στῆναι ἐνώπιόν σου ἐπὶ τούτῳ » (Ἔσδρα Β΄ θ΄ 15)

Δηλαδή : «Κύριε, Θεέ τοῦ Ἰσραήλ, ἐσύ εἶσαι δίκαιος, γιατί ἐπέτρεψες νά ἐπιβιώσει ἕνα ὑπόλοιπο ἀπό μᾶς. Καί σήμερα ἐμεῖς στεκόμαστε ἐδῶ ἔνοχοι ἐνώπιόν σου, πού κανένας δέν μποροῦσε νά σταθεῖ μπροστά σου σέ τέτοια κατάσταση».

«Καὶ νῦν, ὁ Θεὸς ἡμῶν ὁ ἰσχυρός, ὁ μέγας, ὁ κραταιὸς καὶ ὁ φοβερός, φυλάσσων τὴν διαθήκην σου καὶ τὸ ἔλεός σου, μὴ ὀλιγωθήτω ἐνώπιόν σου πᾶς ὁ μόχθος, ὃς εὗρεν ἡμᾶς καὶ τοὺς βασιλεῖς ἡμῶν καὶ τοὺς ἄρχοντας ἡμῶν καὶ τοὺς ἱερεῖς ἡμῶν καὶ τοὺς προφήτας ἡμῶν καὶ τοὺς πατέρας ἡμῶν καὶ ἐν παντὶ τῷ λαῷ σου ἀπὸ ἡμερῶν βασιλέων ᾿Ασσοὺρ καὶ ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης. καὶ σὺ δίκαιος ἐπὶ πᾶσι τοῖς ἐρχομένοις ἐφ’ ἡμᾶς, ὅτι ἀλήθειαν ἐποίησας, καὶ ἡμεῖς ἐξημάρτομεν, καὶ οἱ βασιλεῖς ἡμῶν καὶ οἱ ἄρχοντες ἡμῶν καὶ οἱ ἱερεῖς ἡμῶν καὶ οἱ πατέρες ἡμῶν οὐκ ἐποίησαν τὸν νόμον σου καὶ οὐ προσέσχον τῶν ἐντολῶν σου καὶ τὰ μαρτύριά σου, ἃ διεμαρτύρω αὐτοῖς » (Νεεμία θ΄ 32-34)

Δηλαδή : «Καί τώρα, Θεέ μας, Θεέ μεγάλε, Θεέ ἰσχυρέ καί φοβερέ ἐσύ πού ἀξιόπιστα τηρεῖς τή διαθήκη σου καί ἐκδηλώνεις τήν ἀγάπη σου, μήν παραβλέψεις σάν ἀσήμαντες ὅλες ἐκεῖνες τίς ταλαιπωρίες πού βρήκανε ἐμᾶς, τούς βασιλιάδες μας, τούς ἄρχοντές μας, τούς ἱερεῖς μας, τούς προφῆτες μας, τούς προγόνους μας, ὅλο τό λαό σου, ἀπό τήν ἐποχή πού μᾶς καταπίεζαν οἱ βασιλιάδες τῆς Ἀσσυρίας μέχρι σήμερα. Μέ ὅλα, βέβαια, αὐτά πού μᾶς βρήκανε, ἐσύ δίκαια μᾶς τιμώρησες · ἀποδείχτηκες ἀξιόπιστος, ἐνῶ ἐμεῖς ἁμαρτήσαμε. Οἱ βασιλιάδες μας, οἱ ἄρχοντές μας, οἱ ἱερεῖς μας καί οἱ πρόγονοί μας δέν τήρησαν τόν νόμο σου, κι ἀδιαφόρησαν γιά τίς ἐντολές σου καί γιά τίς νουθεσίες σου».

«Καὶ ἐγρηγόρησε Κύριος καὶ ἐπήγαγεν αὐτὰ ἐφ’ ἡμᾶς, ὅτι δίκαιος Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν ἐπὶ πᾶσαν τὴν ποίησιν αὐτοῦ, ἣν ἐποίησε, καὶ οὐκ εἰσηκούσαμεν τῆς φωνῆς αὐτοῦ» (Δανιήλ θ΄ 14 )

Δηλαδή : «Γιαὐτό κι ἐσύ Κύριε, δέν παρέλειψες νά ρίξεις ἐπάνω μας ὅλο τό κακό. Πράγματι, Κύριε, Θεέ μας, ἐσύ εἶσαι δίκαιος ὅ, τι κι ἄν κάνεις, ἐνῶ ἐμεῖς δέν λέμε νά ὑπακούσουμε στίς ἐντολές σου».

Στούς Ψαλμούς ἐξυμνεῖται κυρίως ἡ εὐνοϊκή ὄψη τῆς δικαιοσύνης

«Ἐξομολογήσομαι τῷ Κυρίῳ κατὰ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ καὶ ψαλῶ τῷ ὀνόματι Κυρίου τοῦ ῾Υψίστου» (Ψαλμοῦ ζ΄ 18)

Δηλαδή : «Τόν Κύριο θά δοξολογῶ γιά τή δικαιοσύνη του· θά ψάλλω τοῦ Κυρίου τοῦ ὑψίστου τήν ὕπαρξη».

«Ὅτι ἐποίησας τὴν κρίσιν μου καὶ τὴν δίκην μου, ἐκάθισας ἐπὶ θρόνου ὁ κρίνων δικαιοσύνην» (Ψαλμοῦ θ΄5)

Δηλαδή : «Τό δίκιο μου καί τήν ὑπόθεση μου ὑποστήριξες, ὅταν σέ θρόνο κάθισες δικαίου κριτή».

«Πρὸ προσώπου τοῦ Κυρίου, ὅτι ἔρχεται, ὅτι ἔρχεται κρῖναι τὴν γῆν. κρινεῖ τὴν οἰκουμένην ἐν δικαιοσύνῃ καὶ λαοὺς ἐν τῇ ἀληθείᾳ αὐτοῦ » (Ψαλμοῦ Ϟε΄ (Ϟστ) 95, 13)

Δηλαδή : «Μπροστά στόν Κύριο, γιατί ἔρχεται! Τή γῆ ἔρχεται νά κρίνει. Τήν οἰκουμένη μέ δικαιοσύνη θά τήν κρίνει καί τούς λαούς μέ τήν ἀλήθειά Του».

Ὁ δίκαιος Θεός εἶναι ἐπιεικής Θεός.

«Τὰς εὐχάς μου τῷ Κυρίῳ ἀποδώσω ἐναντίον παντὸς τοῦ λαοῦ αὐτοῦ.  τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τῶν ὁσίων αὐτοῦ. ὦ Κύριε, ἐγὼ δοῦλος σός, ἐγὼ δοῦλος σὸς καὶ υἱὸς τῆς παιδίσκης σου. διέρρηξας τοὺς δεσμούς μου, σοὶ θύσω θυσίαν αἰνέσεως καὶ ἐν ὀνόματι Κυρίου ἐπικαλέσομαι. τὰς εὐχάς μου τῷ Κυρίῳ ἀποδώσω ἐναντίον παντὸς τοῦ λαοῦ αὐτοῦ, ἐν αὐλαῖς οἴκου Κυρίου ἐν μέσῳ σου, ῾Ιερουσαλήμ» (Ψαλμοῦ ριε΄ (ριστ΄) 115, 5-10)

Δηλαδή : «Στόν Κύριο τί μπορῶ ν ἀντιπροσφέρω γιά ὅλες τίς εὐεργεσίες πού μοῦ ἔκανε; Τῆς σωτηρίας τό ποτήρι θά ὑψώσω καί τοῦ Κυρίου τὄνομα θά ὀμολογήσω. Θά ἐκπληρώσω ὅ, τι ἔταξα στόν Κύριο, σ ὅλο τό λαό μπροστά. Δέν εἶναι ἀδιάφορος στόν Κύριο ὁ θάνατος τῶν πιστῶν του. Ἄχ, Κύριε, ἐγώ εἶμαι δοῦλος σου· δοῦλος σου καί τῆς δούλης σου παιδί · ἔλυσες τά δεσμά μου. Θά σοῦ προσφέρω εὐχαριστίας θυσία· καί Κύριό μου θά σέ ὁμολογήσω. Θά ἐκπληρώσω ὅ, τι ἔταξα στόν Κύριο μπροστά σὅλο του τό λαό, μές στίς αὐλές τοῦ οἴκου τοῦ Κυρίου, στό μέσο σου, Ἱερουσαλήμ».

«Ἐπὶ τὸν νῶτόν μου ἐτέκταινον οἱ ἁμαρτωλοί, ἐμάκρυναν τὴν ἀνομίαν αὐτῶν. Κύριος δίκαιος συνέκοψεν αὐχένας ἁμαρτωλῶν. αἰσχυνθήτωσαν καὶ ἀποστραφήτωσαν εἰς τὰ ὀπίσω πάντες οἱ μισοῦντες Σιών. γενηθήτωσαν ὡσεὶ χόρτος δωμάτων, ὃς πρὸ τοῦ ἐκσπασθῆναι ἐξηράνθη· οὗ οὐκ ἐπλήρωσε τὴν χεῖρα αὐτοῦ ὁ θερίζων καὶ τὸν κόλπον αὐτοῦ ὁ τὰ δράγματα συλλέγων, καὶ οὐκ εἶπαν οἱ παράγοντες· εὐλογία Κυρίου ἐφ᾿ ὑμᾶς, εὐλογήκαμεν ὑμᾶς ἐν ὀνόματι Κυρίου» (Ψαλμοῦ ρκη΄ (ρκθ΄) 128, 3-8)

Δηλαδή : «Βαθιές ἄνοιξαν αὐλακιές στή ράχη μου, σάν νά ’ταν γῆ πού τήν ὄργωσαν γεωργοί. Μά ὁ Κύριος εἶν’ ἀξιόπιστος· ἔκοψε τά δεσμά , πού μοῦ΄ χαν βάλει οἱ ἀσεβεῖς, ὥστε ἀναγκαστικά νά τούς δουλεύω. Ἄς ντροπιαστοῦνε κι ἄς στραφοῦνε πίσω ὅλοι πού τήν Σιών ἐχθρεύονται. Ἄς γίνουνε σάν τό χορτάρι στήν σκεπή, πού ἀποξεραίνεται πρίν μεγαλώσει. Δέν τό μαζεύει αὐτό κανένας θεριστής κι οὔτε κανείς τό μεταφέρει σέ δεμάτια. Στούς θεριστές δέν θά τούς ποῦνε οἱ διαβάτες : Ἡ εὐλογία τοῦ Κυρίου μαζί σας· σᾶς εὐλογοῦμε στοῦ Κυρίου τ ὄνομα!».

                                                               *****

β΄ Ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ στήν μέλλουσα κρίση

Ὁ φιλάνθρωπος Κριτής πρίν ἔλθει νά κρίνει τόν ἄνθρωπο, πού ἐπειδή εἶναι  ἁμαρτωλός θά τιμωρηθεῖ, ὑποδεικνύει ὁδό σωτηρίας καί ἀποφυγῆς τῆς κρίσεως.

«Τς πδειξεν μν φυγεν π τς μελλοσης ργς ;» (Λουκᾶ γ΄ 7)

   Δηλαδή : «Ποιός σᾶς εἶπε πώς ἔτσι θά ξεφύγετε ἀπό τοῦ Θεοῦ τήν ὀργή πού πλησιάζει;»

 «Aμν μν λγω μν τι τν λγον μου κοων κα πιστεων τ πμψαντ με χει ζων αἰώνιον, κα ες κρσιν οκ ρχεται, λλ μεταββηκεν κ το θαντου ες τν ζων » (Ἰωάννου ε΄ 24)

Δηλαδή : «Σς βεβαιώνω πώς ποιος δέχεται τά λόγια μου καί πιστεύει σ’ ατόν πού μέ στειλε χει κιόλας τήν αώνια ζωή καί δέν θά ντιμετωπίσει τήν τελική κρίση, λλά χει κιόλας περάσει πό τό θάνατο στή ζωή ».

«E τινος τ ργον κατακασεται, ζημιωθσεται, ατς δ σωθσεται, οτως δ ς δι πυρς» (Πρός Κορινθίους Α΄ γ΄ 15)

Δηλαδή : «Ἄν μως τό ργο πού χτισε καταστραφε πό τή φωτιά, ατός θά χάσει τήν μοιβή του, διος μως θά σωθε, πως σώζεται νας πού περνάει μέσα πό τίς φλόγες».

Στήν μέλλουσα κρίση θά κατακριθοῦν, ὅσοι δέν πίστεψαν στήν ἀλήθεια ἀλλά δέχθηκαν ὁλόψυχα τήν ἀδικία :

«να κριθσι πντες ο μ πιστεσαντες τ ληθείᾳ, λλ’ εδοκσαντες ν τ δικίᾳ» (Πρός Θεσσαλονικεῖς Β΄ β΄ 12)

Δηλαδή : «Ἔτσι, θά τιμωρηθον λοι σοι δέν πίστεψαν στήν λήθεια, λλά δέχτηκαν λόψυχα τήν δικία ».

«νδειγμα τς δικαας κρσεως το Θεο, ες τ καταξιωθναι μς τς βασιλεας το Θεο, πρ ς κα πσχετε» (Πρός Θεσσαλονικεῖς Β΄ α΄5)

Δηλαδή : «Αὐτά εναι σημάδια πώς πλησιάζει τελική δίκαιη κρίση το Θεο, γιατί τσι θά θεωρηθετε ξιοι γιά τή βασιλεία του, γιά τήν ποία καί ποφέρετε».

«Κατ δ τν σκληρτητ σου κα μετανητον καρδαν θησαυρζεις σεαυτ ργν ν μρ ργς κα ποκαλψεως κα δικαιοκρισας το Θεο» (Πρός Ρωμαίους β΄ 5)

Δηλαδή : «Ἐσύ μως παραμένεις σκληρός κι μετανόητος καί συσσωρεύεις γιά τόν αυτό σου τήν ργή το Θεο γιά τήν μέρα τς κρίσεως, ταν θά γίνει σ’ λους φανερή δίκαιη κρίση το Θεο ».

Ὁ Κύριος ἐπισημαίνει μία πτυχή τῆς συμπεριφορᾶς του πολύ σημαντική γιά τόν ἄνθρωπο. Ἀπαγορεύει νά ἀναλαμβάνει τόν ρόλο τοῦ κριτή ἐπισημαίνοντας ὅτι ὅποια  κριτήρια χρησιμοποιεῖ γιά τόν συνάνθρωπό του θά ἰσχύσουν καί γιά τόν ἴδιο. 

«Μ κρνετε, να μ κριθτε· ν γρ κρματι κρνετε κριθσεσθε, κα ν μτρ μετρετε μετρηθσεται μν » (Ματθαίου ζ΄ 1-2)

Δηλαδή : «Μήν κρίνετε τούς συνανθρώπους σας, γιά νά μή σς κρίνει κι σς Θεός. Μέ τό κριτήριο πού κρίνετε θά κριθετε, καί μέ τό μέτρο πού μετρτε θά μετρηθετε»

*****

Β΄ Ἡ δικαιοσύνη καί ἡ Εὐσπλαγχνία

  1. Ἡ δικαιοσύνη τοῦ ἀνθρώπου

Θεία καί ἀνθρώπινη δικαιοσύνη ἐπιδιώκουν νά καταστήσουν ἡ μέν ἀνθρώπινη τόν ἄνθρωπο χρηστό ἡ δέ θεία ἅγιο.

Ἡ ἀνθρώπινη δικαιοσύνη χρησιμοποιεῖ τό σωφρονιστικό σύστημα σ’ ὅλο τό εὕρος του, τά ἀποτελέσματα τοῦ ὁποίου ἔχουν ἐπισημανθεῖ ἀπό ἄλλους εἰδικώτερους ἐμοῦ ἐπιστήμονες καί ἀξιωματούχους τῆς Πολιτείας.

Ἡ θεία δικαιοσύνη ἐκδηλώνεται μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ πού ἁγιάζει καί δοξάζει τόν ἄνθρωπο. Τά ἀποτελέσματα τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ σχολιάζει ρητορικότατα ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος πού λέγει ὅτι:

   Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ δύναται νά μεταβάλει τόν ἄνθρωπο πού συμπεριφέρεται ὡς λύκος σέ ἀρνίο ἄκακο. Τόν ἄνθρωπο πού συμπεριφέρεται ὡς κόρακας σέ λευκή καί ἀθώα περιστερά. Τόν ληστή ἐργάζεται σέ ἐλεήμονα, τόν πόρνο σέ ὅσιο.

Ἔτσι ἐκδηλώνεται ἡ εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ πού ἐνεργεῖ μέ δικαιοσύνη γιά νά καταστήσει τόν ἄνθρωπο δίκαιο ἄνευ ἀνταλλαγμάτων.

Ἡ πίστη στό Θεό λογίζεται ὡς δικαιοσύνη τοῦ ἀνθρώπου καί καθιστᾶ τόν ἄνθρωπο δίκαιο :

«Ἐπίστευσεν ῞Αβραμ τῷ Θεῷ, καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην » (Γενέσεως ιε΄ 6)

Δηλαδή : «Ὁ Ἀβραάμ πίστεψε στόν Κύριο καί γι’αὐτή του τήν πίστη ὁ Κύριος τόν ἀναγνώρισε δίκαιο».

Στήν ἑρμηνεία αὐτοῦ τοῦ χωρίου ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὡς βαθύς θεολόγος ἀνατρέπει τήν ραβινική ἀντίληψη, ὅτι ἡ ἀποκατάσταση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό δύναται νά προέλθει ὡς ὀφειλή τοῦ Θεοῦ πρός τόν εὐσεβῆ ἐνῶ εἶναι χάρη, δηλαδή εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ πρός ὅλους τούς ἀνθρώπους :

«Τ δ ργαζομν μισθς ο λογζεται κατ χριν, λλ κατ φελημα· τ δ μ ργαζομν, πιστεοντι δ π τν δικαιοντα τν σεβ λογζεται πστις ατο ες δικαιοσνην» (Πρός Ρωμαίους δ΄ 4-5)

Δηλαδή : «Στόν ργάτη μισθός δέ δίνεται χαριστικά λλά ποχρεωτικά. Ὅποιος πάλι δέν χει ργα, λλά πιστεύει στό Θεό, πού σώζει τόν σεβ, Θεός τόν ναγνωρίζει δίκαιο γι’ ατή του τήν πίστη».

Καί βέβαια αὐτή ἡ θέση τοῦ ἀποστόλου Παύλου στηρίζεται, ἔχει τήν ἀφετηρία της στήν παραβολή τοῦ Τελώνου καί τοῦ Φαρισαίου στήν ὁποία ὁ Κύριος ἀνέδειξε τή δύναμη τῆς ἀρετῆς, τῆς ταπεινώσεως ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ πού δικαιώνει τόν ἄνθρωπο ὅταν συντετριμμένος ὁμολογεῖ τήν ἁμαρτωλότητά του καί ἐκζητεῖ τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεός νά τόν λυπηθεῖ.

«Λγω μν, κατβη οτος (δηλαδή ὁ Τελώνης) δεδικαιωμνος (δηλαδή ἀθωωμένος παρά τίς πολλές ἁμαρτίες του) ες τν οκον ατο γρ κενος· (δηλαδή ὁ Φαρισαῖος παρά τίς πολλές ἐνάρετες πράξεις πού δέν συνοδευόταν ἀπό ταπείνωση) τι πς ψν αυτν ταπεινωθσεται, δ ταπεινν αυτν ψωθσεται» (Λουκᾶ ιη΄ 9-14).

       Δηλαδή : «Σέ μερικούς πού ἦταν σίγουροι γιά τήν εὐσέβειά τους καί περιφρονοῦσαν τούς ἄλλους, εἶπε τήν παρακάτω παραβολή: «Δύο ἄνθρωποι ἀνέβηκαν στό ναό γιά νά προσευχηθοῦν. Ὁ ἕνας ἦταν Φαρισαῖος κι ὁ ἄλλος τελώνης. Ὁ Φαρισαῖος στάθηκε ἐπιδεικτικά κι ἔκανε τήν ἑξῆς προσευχή σχετικά μέ τόν ἑαυτό του: “Θεέ μου, σ’ εὐχαριστῶ πού δέν εἶμαι σάν τούς ἄλλους ἀνθρώπους ἅρπαγας, ἄδικος, μοιχός, ἤ καί σάν αὐτόν ἐδῶ τόν τελώνη. Ἐγώ νηστεύω δύο φορές τήν ἑβδομάδα καί δίνω στό ναό τό δέκατο ἀπ’ ὅλα τά εἰσοδήματά μου”. Ὁ τελώνης, ἀντίθετα, στεκόταν πολύ πίσω καί δέν τολμοῦσε οὔτε τά μάτια του νά σηκώσει στόν οὐρανό. Ἀλλά χτυποῦσε τό στῆθος του κι ἔλεγε: “Θεέ μου, σπλαχνίσου με τόν ἁμαρτωλό”. Σᾶς βεβαιώνω πώς αὐτός ἔφυγε γιά τό σπίτι του ἀθωωμένος καί συμφιλιωμένος μέ τόν Θεό, ἐνῶ ὁ ἄλλος ὄχι γιατί ὅποιος ὑψώνει τόν ἑαυτό του θά ταπεινωθεῖ, κι ὅποιος τόν ταπεινώνει θά ὑψωθεῖ».

Στήν πρός Γαλάτες ἐπιστολή ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀντιπαραβάλλει δύο συστήματα δικαιώσεως τοῦ ἀνθρώπου καί δίδει στό ρῆμα «δικαιοῦμαι» τήν χριστιανική ἔννοιά του:

«Εδτες δ τι ο δικαιοται νθρωπος ξ ργων νμου ἐὰν μ δι πστεως ᾿Ιησο Χριστο, κα μες ες Χριστν ᾿Ιησον πιστεσαμεν, να δικαιωθμεν κ πστεως Χριστο κα οκ ξ ργων νμου, διτι ο δικαιωθσεται ξ ργων νμου πσα σρξ » (Πρός Γαλάτας β΄ 16)

Δηλαδή : «Ξέρουμε μως πώς νθρωπος δέν μπορε νά σωθε μέ τήν τήρηση τν διατάξεων το νόμου. Ατό θά γίνει μόνο μέ τήν πίστη στόν ησο Χριστό. Γι’ ατό κι μες πιστέψαμε στόν ησο Χριστό, γιά νά δικαιωθομε μέ τήν πίστη στόν Χριστό κι χι μέ τήν τήρηση το νόμου· γιατί μέ τά ργα το νόμου δέν θά σωθε κανένας νθρωπος».

Ἔτσι ἡ ἔννοια τῆς δικαιοσύνης τοῦ ἀνθρώπου ἀποκτᾶ νέο περιεχόμενο

Ὁ ἄνθρωπος στό ἑξῆς πιστεύει στόν Θεό καί ὁ Θεός τόν «δικαιώνει» δηλαδή τοῦ ἐξασφαλίζει τήν σωτηρία διά τῆς πίστεως καί διά τῆς ἑνώσεως μέ τόν Χριστό.

   Στό ἑξῆς ἡ λέξη «δικαιοσύνη» καί τά παράγωγά της θά σημαίνουν τίς χριστιανικές πραγματικότητες.

Ἔτσι ἡ δικαιοσύνη τοῦ ἀνθρώπου ἐνῷ θεωρεῖται ὡς  παροῦσα κατάσταση λαμβάνει ἐσχατολογικό χαρακτῆρα, ἐπειδή ἀποτελεῖ ἀρραβῶνα τῶν οὐρανίων ἀγαθῶν.                                                                    

*****

  1. Ἡ θεία Δικαιοσύνη

Ἡ ἔννοια τῆς θείας δικαιοσύνης στήν Παλαιά Διαθήκη ἐξελίσσεται μέχρις ὅτου λάβει τήν τελεία καί ὁλοκληρωτική ἀποκάλυψή της.

   Ἀσκῶντας τήν δικαιοσύνη Του ὁ Θεός ὡς κριτής ἀπελευθερώνει τούς καταπιεσμένους. Ὁ ἄνθρωπος στοχάζεται ὅτι δέν μπορεῖ νά κατακτήσει τήν θεία εὔνοια μέ τήν δική του δικαιοσύνη, ὅτι γιά νά τόν δεχθεῖ ὁ Κύριος προτιμότερη εἶναι ἡ πίστη.

   Στά κεφάλαια τοῦ Ἡσαΐα 40-66 ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄλλοτε ἡ σωτηρία τοῦ αἰχμαλώτου λαοῦ, ἄλλοτε ἡ θεία ἰδιότητα τῆς εὐσπλαγχνίας ἤ τῆς πιστότητας.

Αὐτή ἡ σωτηρία εἶναι δῶρο πού ξεπερνᾶ κατά πολύ τήν ἰδέα τῆς ἀπελευθερώσεως ἤ τῆς ἀνταμοιβῆς, γιατί εἶναι ἡ παραχώρηση οὐρανίων ἀγαθῶν, ὅπως ἡ εἰρήνη καί ἡ δόξα σ’ ἕνα λαό πού δέν ἔχει ἄλλη «ἀξία» ἐκτός ἀπό τό γεγονός ὅτι εἶναι ὁ ἐκλεκτός τοῦ Κυρίου.

Ἔτσι ὁ Θεός δείχνεται δίκαιος μέ τήν ἔννοια ὅτι ἐκδηλώνει τήν εὐσπλαγχνία Του καί πραγματοποιεῖ δωρεάν τίς ὑποσχέσεις Του.

«Τίς ἐξήγειρεν ἀπὸ ἀνατολῶν δικαιοσύνην, ἐκάλεσεν αὐτὴν κατὰ πόδας αὐτοῦ, καὶ πορεύσεται; δώσει ἐναντίον ἐθνῶν καὶ βασιλεῖς ἐκστήσει καὶ δώσει εἰς γῆν τὰς μαχαίρας αὐτῶν καὶ ὡς φρύγανα ἐξωσμένα τὰ τόξα αὐτῶν » (Ἡσαΐου μα΄ 2).

Δηλαδή : «Ποιός ἔφερε ἀπό τήν ἀνατολή ἐκεῖνον, πού ἡ νίκη τόν ἀκολουθεῖ ὅπου διαβαίνει; Ποιός τοῦ παρέδωσε τά ἔθνη καί τόν ἀνέδειξε τῶν βασιλιάδων κυρίαρχο; Τό ξίφος του τούς σύντριψε σάν νά ἦταν σκόνη· τά βέλη του τούς σκόρπισαν σάν ἄχυρα στόν ἄνεμο».

«Μὴ φοβοῦ, μετὰ σοῦ γάρ εἰμι· μὴ πλανῶ, ἐγὼ γάρ εἰμι ὁ Θεός σου ὁ ἐνισχύσας σε καὶ ἐβοήθησά σοι καὶ ἠσφαλισάμην σε τῇ δεξιᾷ τῇ δικαίᾳ μου» (Ἡσαΐου μα΄ 10).

Δηλαδή : «Ἐγώ εἶμαι μαζί σου, μή φοβᾶσαι. Ἐγώ εἶμαι ὁ Θεός σου, μήν τρομάζεις. Θά σἐνισχύσω θά σέ βοηθήσω, θά σέ στηρίξω μέ τό δίκαιο χέρι μου, τό δυνατό».

«Ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ἐκάλεσά σε ἐν δικαιοσύνῃ καὶ κρατήσω τῆς χειρός σου καὶ ἐνισχύσω σε καὶ ἔδωκά σε εἰς διαθήκην γένους, εἰς φῶς ἐθνῶν»(Ἡσαΐου μβ΄ 6).

Δηλαδή : «Ἐγώ, ὁ Κύριος, σέ κάλεσα σύμφωνα μέ τό σχέδιό μου καί σέ ὑποστήριξα, σέ φύλαξα καί σἔκανα ἐγγυητή τῆς διαθήκης μου μέ τούς ἀνθρώπους. Φῶς τῶν ἐθνῶν σέ ἔκανα».

«Κύριος ὁ Θεὸς ἐβουλεύσατο, ἵνα δικαιωθῇ καὶ μεγαλύνῃ αἴνεσιν » (Ἡσαΐου μβ΄ 21).

Δηλαδή : «Ἐγώ, ὁ Κύριος πιστός στίς ὑποσχέσεις μου, σᾶς ἔδωσα ἕναν ἔνδοξο μεγαλειώδη νόμο».

«Ἐγὼ ἤγειρα αὐτὸν μετὰ δικαιοσύνης βασιλέα, καὶ πᾶσαι αἱ ὁδοὶ αὐτοῦ εὐθεῖαι. οὗτος οἰκοδομήσει τὴν πόλιν μου καὶ τὴν αἰχμαλωσίαν τοῦ λαοῦ μου ἐπιστρέψει οὐ μετὰ λύτρων, οὐδὲ μετὰ δώρων, εἶπε Κύριος Σαβαώθ» (Ἡσαΐου με΄ 13).

Δηλαδή : «Ἐγώ ξεσήκωσα τόν Κύριο γιά νά ἐπιβάλει τίς ἐντολές μου, καί θά ἐξομαλύνω ὅλους τούς δρόμους του· αὐτός τήν πόλη μου θά ἀνοικοδομήσει καί θά ἀπελευθερώσει τούς αἰχμαλώτους μου, χωρίς νά πάρει χρήματα οὔτε δῶρα. Αὐτά λέει ὁ Κύριος τοῦ σύμπαντος».

«Οὐκ ἐν κρυφῇ λελάληκα, οὐδὲ ἐν τόπῳ γῆς σκοτεινῷ· οὐκ εἶπα τῷ σπέρματι ᾿Ιακώβ· μάταιον ζητήσατε. ἐγώ εἰμι ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ λαλῶν δικαιοσύνην καὶ ἀναγγέλλων ἀλήθειαν. συνάχθητε καὶ ἥκετε, βουλεύσασθε ἅμα οἱ σωζόμενοι ἀπὸ τῶν ἐθνῶν, οὐκ ἔγνωσαν οἱ αἴροντες τὸ ξύλον γλύμμα αὐτῶν καὶ οἱ προσευχόμενοι ὡς πρὸς θεούς, οἳ οὐ σῴζουσι. εἰ ἀναγγελοῦσιν, ἐγγισάτωσαν, ἵνα γνῶσιν ἅμα τίς ἀκουστὰ ἐποίησε ταῦτα ἀπ᾿ ἀρχῆς· τότε ἀνηγγέλη ὑμῖν· ἐγὼ ὁ Θεός, καὶ οὐκ ἔστιν ἄλλος πλὴν ἐμοῦ· δίκαιος καὶ σωτὴρ οὐκ ἔστιν πάρεξ ἐμοῦ. ἐπιστράφητε ἐπ᾿ ἐμὲ καὶ σωθήσεσθε, οἱ ἀπ᾿ ἐσχάτου τῆς γῆς· ἐγώ εἰμι ὁ Θεός, καὶ οὐκ ἔστιν ἄλλος. κατ᾿ ἐμαυτοῦ ὀμνύω, ἦ μὴν ἐξελεύσεται ἐκ τοῦ στόματός μου δικαιοσύνη, οἱ λόγοι μου οὐκ ἀποστραφήσονται, ὅτι ἐμοὶ κάμψει πᾶν γόνυ καὶ ἐξομολογήσεται πᾶσα γλῶσσα τῷ Θεῷ λέγων· δικαιοσύνη καὶ δόξα πρὸς αὐτὸν ἥξουσι καὶ αἰσχυνθήσονται πάντες οἱ ἀφορίζοντες ἑαυτούς· ἀπὸ Κυρίου δικαιωθήσονται καὶ ἐν τῷ Θεῷ ἐνδοξασθήσονται πᾶν τὸ σπέρμα τῶν υἱῶν ᾿Ισραήλ » (Ἡσαΐου με΄ 19-25).

Δηλαδή : «Δέ μίλησα κρυφά οὔτἔκρυψα τή σκέψη μου · δέν εἶπα στούς ἀπογόνους τοῦ Ἰακώβ, ζητῆστε με στό κενό. Ἐγώ εἶμαι ὁ Κύριος, πού λέω ὅ, τι εἶναι δίκαιο καί ἀναγγέλλω τήν ἀλήθεια. Μαζευτεῖτε κι ἐλᾶτε· ὅλοι μαζί πλησιάστε, ὅσοι ἀπό τά ἔθνη ἐπιζήσατε. Τίποτα δέ γνωρίζουν αὐτοί πού μεταφέρουν τά σκαλισμένα ξύλα τους καί σέ Θεό προσεύχονται ἀνήμπορο νά σώσει. Πλησιάστε, παρουσιάστε τήν ὑπόθεσή σας, κάντε συμβούλιο ἀκόμα μεταξύ σας. Ποιός τό ἀνάγγειλε αὐτό ἀπό τούς παλιούς τούς χρόνους, ποιός ἀπό τότε εἶχε πεῖ πώς θά συμβεῖ ; Δέν εἶμαι ἐγώ ὁ Κύριος; Ἄλλος Θεός ἐκτός ἀπό ἐμένα δέν ὑπάρχει, δίκαιος Θεός καί λυτρωτής, δέν ὑπάρχει ἄλλος ἀπό μένα. Στραφεῖτε σἐμένα γιά νά σωθεῖτε, ὅλα τά πέρατα τῆς γῆς, γιατί ἐγώ εἶμαι ὁ Κύριος, κι ἄλλος Θεός ἐκτός ἀπό μένα δέν ὑπάρχει. Ὁρκίστηκα στόν ἑαυτό μου κι αὐτό πού λέω, πάντα γίνεται. Ὁ λόγος μου δέν θἀνακληθεῖ, γιατί μπροστά μου θά καμφθοῦν ὅλα τά γόνατα· ὅλοι θά ὁμολογοῦν καί θά λένε : μονάχα ὁ Κύριος εἶναι δυνατός καί προστατεύει. Σ’ αὐτόν θα ρθοῦνε καταντροπιασμένοι ὅλοι ὅσοι ἔχουν ὀργιστεῖ ἐναντίον του. Στόν Κύριο θά βροῦνε σωτηρία καί δόξα ὅλοι οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἰσραήλ».

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μέ τήν γνωστή διαύγεια τῆς σκέψεώς του ἀναπτύσσει μέ πληρότητα τήν ἔννοια τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ.

Ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ εἶναι λοιπόν ἡ θεία Χάρη, ἀπό τήν φύση της ἐσχατολογική καί μάλιστα ἀποκαλυπτική, πού ἡ πρόγευσή της εἶναι ὡστόσο πραγματική ἀπό τώρα στήν χριστιανική ζωή.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος θά ἰσχυρισθεῖ, ὅτι ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ ἔρχεται ἀπό τόν οὐρανό γιά νά μεταμορφώσει τήν ἀνθρωπότητα καί ὅτι εἶναι ἕνα ἀγαθό πού ἀνήκει οὐσιαστικά στόν Θεό καί τό ὁποῖο γίνεται δικό μας χωρίς νά πάψει νά εἶναι οὐράνιο ἀγαθό.

«Δικαιοσνη γρ Θεο ν ατ ποκαλπτεται κ πστεως ες πστιν, καθς γγραπται· δ δκαιος κ πστεως ζσεται » (Ρωμαίους α΄ 17).

       Δηλαδή : «Γιατί στό εαγγέλιο ποκαλύπτεται τι Θεός δικαιώνει τόν νθρωπο, ρκε ατός νά πιστέψει λοκληρωτικά στό Θεό· πως λέει κι Γραφή. δίκαιος ξαιτίας τς πίστεώς του θά ζήσει».

«Νυν δ χωρς νμου δικαιοσνη Θεο πεφανρωται, μαρτυρουμνηπ το νμου κα τν προφητν, δικαιοσνη δ Θεο δι πστεως ᾿Ιησο Χριστο ες πντας κα π πντας τος πιστεοντας· ο γρ στι διαστολή » (Ρωμαίους γ΄ 21-22).

Δηλαδή : «Τώρα μως γινε ατό πού εχαν προαναγγείλει νόμος κι ο προφτες: ποκαλύφθηκε στόν κόσμο σωτήρια πέμβαση το Θεο, χωρίς τή μεσολάβηση το νόμου. Ἡ σωτήρια ατή πέμβαση το Θεο πευθύνεται, διά μέσου τῆς πίστεως στόν ησο Χριστό, σέ λους τούς νθρώπους καί Θεός σώζει λους σοι πιστεύουν χωρίς νά κάνει διάκριση ουδαίων καί θνικν ».

«γνοοντες γρ τν το Θεο δικαιοσνην, κα τν δαν δικαιοσνην ζητοντες στσαι, τ δικαιοσν το Θεο οχ πετγησαν » (Ρωμαίους ι΄ 3).

Δηλαδή : «Γι’ ατό, στήν πράξη γνοον τό γεγονός πώς μόνο Θεός μπορε νά δικαιώσει τόν νθρωπο, καί προσπαθον μέ κάθε τρόπο νά δικαιωθον μέ τά ργα τους. Τό ποτέλεσμα εναι πώς δέν ποδέχτηκαν τή δικαίωση πού προσφέρει Θεός μέσω το Χριστο».

Συγχρόνως ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὑπονοεῖ ὅτι ἡ μετάδοση τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο θεμελιώνεται στήν πιστότητα τοῦ Θεοῦ νά πραγματοποιήσει τίς ὑποσχέσεις Του πού σέ τελευταία ἀνάλυση ἐκδηλώνει τήν εὐσπλαγχνία Του. Ὁ Θεός δείχνει τήν δικαιοσύνη Του:

«ν τ νν καιρ, ες τ εναι ατν δκαιον κα δικαιοντα τν κ πστεως ᾿Ιησο » (Πρός Ρωμαίους γ΄ 26).

Δηλαδή : «Στό παρελθόν ξαιτίας τς νεκτικότητάς του. τσι Θεός φανερώνει τήν γάπη του τόν σχατο ατό καιρό, καί δείχνει καθαρά τι εναι καί δίκαιος καί δικαιώνει σους πιστεύουν στόν ησο».

Στό χωρίο οἱ δύο ἔννοιες ἀντιπαραβάλλονται ἀφ’ ἑνός μέν ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ καί ἀφ’ ἑτέρου ἡ δικαιοσύνη τοῦ ἀνθρώπου.

«Ἀγνοοντες γρ τν το Θεο δικαιοσνην» (τήν χάρη πού παραχωρήθηκε στούς χριστιανούς) κα τν δαν δικαιοσνην ζητοντες στσαι (τήν ἀνθρώπινη δικαιοσύνη)  τ δικαιοσν το Θεο οχ πετγησαν.

Τελικά τό βιβλικό μήνυμα τῆς δικαιοσύνης μπορεῖ νά συνοψισθεῖ ὡς ἑξῆς:

   Ὁ ἄνθρωπος διανύοντας τόν χρόνο τῆς ζωῆς του μέσα στήν ἱστορία ὀφείλει νά «ποιῇ δικαιοσύνη» (Α΄ Ἰωάννου γ΄ 7). Ἀντιλαμβάνεται ὅμως ὅτι δέν μπορεῖ μέ τίς δικές του δυνάμεις νά κατακτήσει αὐτή τήν δικαιοσύνη, μπορεῖ ὅμως νά τήν δεχθεῖ ὡς δῶρο τῆς θείας Χάριτος.

   Αὐτή ἡ θεία Χάρη δημιουργεῖ μέσα στόν ἄνθρωπο τή δικαιοσύνη πού ἡ ἴδια ἀπαιτεῖ ἀπό τόν ἴδιο, τόν καθιστᾶ δίκαιο.

Tοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

https://www.imkby.com

Κοινοποίηση άρθρου:
RSS
Follow by Email
Facebook
Facebook
Twitter