«Ποιος να είναι άραγε εκείνος που μένει σε τέτοιο μέγαρο, όταν το μέγαρο είναι τέτοιο»;

«Ποιος να είναι άραγε εκείνος που μένει σε τέτοιο μέγαρο, όταν το μέγαρο είναι τέτοιο»;

Κάποιος άνθρωπος, κληρονόμησε μεγάλα πλούτη από τον πατέρα του. Χρησιμοποίησε όμως όλη την περιουσία που κληρονόμησε για να οικοδομήσει, να περιφράξει και να διακοσμήσει ένα σπίτι. Ζούσε λοιπόν μόνος σε τούτο το σπίτι και μήτε επισκεπτόταν κανέναν, μήτε και δεχόταν κάποιον από τους αγαθούς ανθρώπους.

Τίποτε δεν έδινε στον εαυτό του, όλα για το σπίτι. Έμενε άπλυτος, αχτένιστος, κουρελιασμένος και άσιτος. Ήταν σκληρός με τον εαυτό του και με τους άλλους, και έδινε τα πάντα για το σπίτι που έμενε. Χρόνια ολόκληρα οι γείτονες δεν μπορούσαν να δουν το πρόσωπο του. Μα το σπίτι του ήταν εξωτερικά τόσο στολισμένο, ώστε κάθε ξένος και περαστικός έμενε άφωνος από θαυμασμό.

Και εκείνος ο άνθρωπος, κρυφάκουγε κάθε λόγο θαυμασμού για το σπίτι του και ήταν τούτο, το μοναδικό πράγμα που του προκαλούσε ευχαρίστηση. «Ποιος να είναι άραγε εκείνος που μένει σε τέτοιο μέγαρο, όταν το μέγαρο είναι τέτοιο»; Αναρωτιόνταν οι περαστικοί. Μα το πρόσωπο του οικοδεσπότη δεν το έβλεπε κανείς.

Στο τέλος, αφού ξόδεψε για το σπίτι όλα όσα είχε, έφτασε στην απογοήτευση από την πείνα. Μια μέρα όμως, έπεσε κεραυνός στο σπίτι και πήρε φωτιά. Το σπίτι κάηκε στις φλόγες και ο άνθρωπος εκείνος μόλις που κατάφερε να γλυτώσει βγαίνοντας στο δρόμο.

Βλέποντας τον οι άνθρωποι στην πόλη, τρόμαξαν στη θέα του επειδή ήταν σαν σκιάχτρο: μαύρος, ξερακιανός, κουρελής και άπλυτος. Όλοι έφευγαν από κοντά του σαν να έβλεπαν τέρας. Μέσα στην απελπισία του έστριψε και βγήκε έξω από την πόλη, μη γνωρίζοντας και ο ίδιος που πηγαίνει. ‘Έτσι τον συνάντησαν κάποιοι τσιγγάνοι και είπαν μεταξύ τους: τούτος είναι ότι πρέπει για τη δουλειά μας! Τον έπιασαν λοιπόν και αφού τον κακοποίησαν ακόμα περισσότερο, του έβγαλαν τα μάτια, του συνέτριψαν τα χέρια και τα πόδια και τον έβαλαν να ζητιανεύει στον κόσμο.

Ο άνθρωπος εκείνος αντιπροσωπεύει την ψυχή του αμαρτωλού. Τα πολλά πλούτη είναι οι μεγάλες δωρεές του Θεού. Η ανέγερση και ο καλλωπισμός του σπιτιού υποδηλώνει τη μέριμνα αποκλειστικά για το σώμα και τη σαρκική ζωή. Ο εγκαταλελειμμένος, κουρελιάρης και πεινασμένος άνθρωπος είναι η εγκαταλελειμμένη, κουρελιασμένη και λιμοκτονούσα, μέσα στο σώμα, ψυχή. Ο κεραυνός, είναι ο αιφνίδιος θάνατος. Οι άνθρωποι της πόλης που αποστρέφονται εκείνο τον άνθρωπο σαν τέρας, είναι οι Άγγελοι του Θεού, που αποστρέφονται την απαίσια ψυχή του αμαρτωλού. Τσιγγάνοι είναι οι σκοτεινοί δαίμονες που αγαπούν και συλλαμβάνουν τους ομοίους τους.

Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς ~ Επισκόπου Αχρίδος. «Στον κλειδαρά Ιωσήφ Τ. για το βίο του αμαρτωλού». Εμπνευσμένα κείμενα Ορθοδόξου Πνευματικότητος εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη».

Κοινοποίηση άρθρου:
RSS
Follow by Email
Facebook
Facebook
Google+
https://www.agiospatrokosmas.gr/2018/06/06/poios-arage-einai-ekeinos-pou-menei-se-tetoio-megaro-otan-to-megaro-einai-tetoio/
Twitter