ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Ε΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ «Η μεν ευδοκία της εμής καρδίας…» (Ρωμ. ι΄1-10)

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Ε΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ «Η μεν ευδοκία της εμής καρδίας…» (Ρωμ. ι΄1-10)

Ας σταθοῦμε στὰ κυριώτερα σημεῖα τῆς σημερινῆς περικοπῆς.

α΄. Ἡ μὲν εὐδοκία τῆς ἐμῆς καρδίας καὶ ἡ δέησις ἡ πρὸς τὸν Θεὸν ὑπὲρ τοῦ Ἰσραήλ ἐστιν εἰς σωτηρίαν. Θερμὸς καὶ ἔντονος ἦταν ὁ πόθος τοῦ Παύλου γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἔθνους του· καὶ γιὰ τὴν ἐκπλήρωσι τοῦ πόθου αὐτοῦ προσευχόταν ἐντατικά. Τὸ παράδειγμα του μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι κι ἐμεῖς ἔχουμε χρέος νὰ προσευχώμαστε γιὰ τὸ ἔθνος μας. Εἴπαμε σὲ προηγούμενη ὁμιλία ὅτι ὁ Χριστιανὸς δὲν ἀδιαφορεῖ γιὰ τὸ ἔθνος του, γιὰ τὶς ἀνάγκες καὶ τὰ προβλήματά του. Ἐκπληρώνει τὶς ὑποχρεώσεις του πρὸς τὸ ἔθνος (στρατιωτικές, φορολογικὲς) καὶ γενικὰ ἐνδιαφέρεται γιὰ κάθε τι ποὺ ἀπασχολεῖ τὸ ἔθνος του, ἐφ’ ὅσον βέβαια αὐτὸ δὲν ἔρχεται σὲ σύγκρουσι μὲ τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ· καὶ κάνει ὅ,τι ἐξαρτᾶται ἀπὸ αὐτόν, γιὰ νὰ βοηθήσῃ τὸ ἔθνος του. Πρωτίστως ὅμως ὁ Χριστιανὸς ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν πνευματικὴ πρόοδο τοῦ ἔθνους του. Ὁ βαθύς του πόθος εἶναι νὰ δῇ τὸ ἔθνος του χριστιανικό, ὄχι μόνο κατ’ ὄνομα, ἀλλὰ στὴν οὐσία· νὰ δῇ τοὺς ἄρχοντες τοῦ ἔθνους νὰ θρησκεύουν ἀληθινὰ καὶ νὰ κυβερνοῦν σύμφωνα μὲ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ νὰ νομοθετοῦν σύμφωνα μὲ αὐτό· νὰ δῇ ἀκόμη καὶ τὸν λαὸ ὅλο πιστὸ στὸν Θεὸ καὶ πρόθυμο νὰ ἐκτελῇ τὶς ἐντολές του. Καὶ λυπᾶται καὶ πονεῖ, ὅταν δὲν βλέπῃ νὰ ἐκπληρώνεται ὁ πόθος του αὐτός. Λυπᾶται· ἀλλὰ δὲν ἀπελπίζεται.

Καταφεύγει στὸν Κύριο τῶν δυνάμεων καὶ προσεύχεται θερμὰ σ’ αὐτὸν γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν πεπλανημένων τοῦ ἔθνους του. Γιατὶ εἶναι κι αὐτὸ χρέος τοῦ Χριστιανοῦ: νὰ προσεύχεται γιὰ ὅσους βρίσκονται στὴν πλάνη, γιὰ νὰ λάμψῃ καὶ σ’ αὐτοὺς τὸ φῶς τῆς γνώσεως καὶ νὰ γνωρίσουν τὴν ἀλήθεια. Στὶς ἀρχαῖες Λειτουργίες ὑπάρχει εἰδικὴ δέησις «ὑπὲρ τῶν ἔξω ὄντων καὶ πεπλανημένων, ὅπως ὁ Κύριος αὐτοὺς ἐπιστρέψῃ» (Λειτουργία Ἀποστ. Διαταγῶν). Ἂς μὴ λησμονοῦμε λοιπὸν στὴν προσευχή μας καὶ τὰ αἰτήματα αὐτά: ὑπὲρ τοῦ ἔθνους μας καὶ τῆς κατὰ Θεὸν προόδου του καὶ ὑπὲρ τῆς ἐπιστροφῆς τῶν πεπλανημένων, ὥστε ὅλοι νὰ γίνουν συνειδητὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, πρόβατα τῆς λογικῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ.

β΄. Ζῆλον Θεοῦ ἔχουσιν, ἀλλ’ οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν. Αὐτὴ τὴ διαπίστωσι κάνει ὁ Παῦλος γιὰ τοὺς ὁμοεθνεῖς του. Ἔχουν – λέει – ζῆλο Θεοῦ, ἀλλὰ δὲν ἔχουν συγχρόνως καὶ τὴ σωστὴ γνῶσι τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Θέλουν νὰ γίνῃ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ κάνουν ὅ,τι μποροῦν πρὸς τὸν σκοπὸ αὐτόν· ἀλλὰ δὲν ἔχουν ξεκαθαρίσει καὶ δὲν γνωρίζουν ποιὸ εἶναι πραγματικὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Νομίζουν ὅτι ὁ Θεὸς θέλει νὰ τηρῆται εἰς τὸν αἰῶνα ὁ μωσαϊκὸς νόμος καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ ὑποβληθοῦν στὴν τήρησι τῶν διατάξεών του· καί κατὰ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου «περιάγουσι τὴν θάλασσαν καὶ τὴν ξηρὰν ποιῆσαι ἕνα προσήλυτον» (Ματθ. κγ΄ 15). Ἀκόμη πολεμοῦν τὴν Ἐκκλησία, συκοφαντοῦν τὸ χριστιανικὸ κήρυγμα καὶ τοὺς ἀποστόλους, νομίζοντας ὅτι ἔτσι ὑπηρετοῦν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ κάνουν, γιατὶ δὲν ἔχουν σωστὴ καὶ πλήρη γνῶσι τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Αὐτὰ ὁ Παῦλος τὰ λέει καὶ ἀπὸ δική του πεῖρα, γιατὶ κι αὐτὸς κάποτε «καθ’ ὑπερβολὴν ἐδίωκε τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπόρθει αὐτὴν» (Γαλ. α΄ 13). Ὅταν ὅμως μὲ θεία ἀποκάλυψι πληροφορήθηκε ποιὸ ἦταν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, δὲν ἐδίστασε νὰ κάνῃ πλήρη στροφὴ καὶ νὰ ταχθῇ στὴν ὑπηρεσία τοῦ ἀληθινοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ.

Δὲν ἀρκεῖ λοιπὸν νὰ ἔχουμε ζῆλο θρησκευτικό· πρέπει νὰ ἔχουμε καὶ γνῶσι τῆς πίστεώς μας. Ὁ ζῆλος χωρὶς τὴ γνῶσι καταντᾷ ἄκριτος καὶ ἀσυγκράτητος φανατισμὸς καὶ ὁδηγεῖ σὲ ἐνέργειες κάθε ἄλλο παρὰ χριστιανικές. Ἀπὸ τέτοιον ζῆλο χωρὶς ἐπίγνωσι ἔχουν δημιουργηθῆ κατὰ καιροὺς στὴν Ἐκκλησία διαιρέσεις καὶ σχίσματα, ὅπως στὶς ἡμέρες μας τὸ σχίσμα τῶν παλαιοημερολογιτῶν, οἱ ὁποῖοι, ὅπως οἱ Ιουδαῖοι στὴν ἐποχὴ τοῦ Παύλου, ἐξαρτοῦν τὴ σωτηρία ἀπὸ τὴν τήρησι τῶν τύπων. Ἀπὸ τέτοιον ζῆλο κινούμενοι πολλοὶ Χριστιανοὶ ἐμποδίζουν ἄλλους Χριστιανοὺς ἀπὸ τὴ συχνὴ θεία κοινωνία, θεωρώντας την ἀσέβεια. Ἀπὸ τέτοιον ζῆλο ἄλλοι κατακρίνουν καὶ πολεμοῦν προσπάθειες ὀρθόδοξες κατὰ πάντα, χαρακτηρίζοντάς τες ὡς ἀντιεκκλησιαστικὲς ἢ καὶ αἱρετικές. Προσοχὴ λοιπόν. Καλὸς καὶ ἅγιος ὁ ζῆλος· καὶ ἀναγκαῖος· πρέπει ὅμως νᾶ συνδυάζεται μὲ ἐπίγνωσι καὶ ταπεινοφροσύνη, γιὰ νὰ παίρνῃ τὴν ὀρθὴ κατεύθυνσι καὶ νὰ φέρνῃ καρποὺς ἀγαθούς.

γ΄. Ἀγνοοῦντες τὴν τοῦ Θεοῦ δικαιοσύνην. Εἶχαν λοιπὸν ἄγνοια οἱ Ἰουδαῖοι. Δὲν ἐγνώριζαν «τὴν τοῦ Θεοῦ δικαιοσύνην», δηλ. τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς δικαιώνει καὶ σώζει τὸν ἄνθρωπο. Ἀλλὰ τότε – θὰ πῆτε – ἦταν δικαιολογημένοι γιὰ ὅσα ἔκαμναν. Ὄχι, δὲν ἦταν καθόλου δικαιολογημένοι. Ἡ ἄγνοιά τους ἦταν ἔνοχη καὶ ἁμαρτωλή, γιατὶ μποροῦσαν καὶ ἔπρεπε νὰ γνωρίζουν αὐτὸ ποὺ ἀγνοοῦσαν. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς τοὺς εἶχε δώσει ὁ Θεὸς τὸν νόμο: γιὰ νὰ γνωρίσουν μὲ τὴ βοήθειά του τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία χορηγεῖται διὰ τῆς πίστεως στὸν Ἰησοῦ Χριστό. Πρῶτα-πρῶτα μὲ τὶς συνεχεῖς παραβάσεις τοῦ νόμου, στὶς ὁποῖες ἔπεφταν, ἔπρεπε νὰ εἶχαν ἀντιληφθῆ ὅτι ἡ ἀκριβὴς τήρησις τοῦ νόμου ἦταν ἀδύνατη, καὶ ἑπομένως ὁ ἄνθρωπος δὲν μποροῦσε νὰ σωθῇ μὲ τὴν τήρησι τοῦ νόμου. Ἔχοντας ἔπειτα τὸ παράδειγμα τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τὶς διακηρύξεις τοῦ νόμου, ἔπρεπε νὰ εἶχαν πεισθῆ ὅτι μόνο μὲ τὴν πίστι θὰ μποροῦσαν νὰ δικαιωθοῦν. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν προσπάθησαν νὰ μελετήσουν καὶ νὰ κατανοήσουν τὸν νόμο μὲ πνεῦμα ταπεινοφροσύνης, σκοτίσθηκαν καὶ δὲν μπόρεσαν νὰ γνωρίσουν τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ. Ἦταν λοιπὸν ἀδικαιολόγητοι γιὰ τὴν ἄγνοιά τους.

Ἔτσι ἀκριβῶς ἀδικαιολόγητοι καὶ ἔνοχοι εἶναι σήμερα πολλοὶ ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ γιὰ τὴν ἄγνοια ποὺ ἔχουν στὰ θέματα τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ ζωῆς. Γιατὶ ὁ Θεὸς ἔδωσε σὲ ὅλους μας τὰ μέσα καὶ τὴ δυνατότητα νὰ γνωρίσουμε τὴν ἀλήθεια. Ἂν δὲν τὰ χρησιμοποιοῦμε, εἴμαστε ὑπεύθυνοι καὶ ἔνοχοι ἐμεῖς. Ὅταν κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως θὰ μᾶς ἐλέγξῃ ὁ Θεὸς γιὰ τὶς παραλείψεις καὶ τὶς παραβάσεις μας, δὲν θὰ μποροῦμε νὰ προβάλουμε σὰν δικαιολογία τὴν ἄγνοια· γιατὶ ὁ Θεὸς θὰ μᾶς ἀπαντήσῃ: Δὲν ἤξερες; Μποροῦσες ὅμως νὰ μάθῃς. Σοὺ ἔδωσα γραπτὸ τὸν νόμο μου στὴν Παλαιὰ καὶ τὴν Καινὴ Διαθήκη, γιὰ νὰ τὸν διαβάζῃς. Σοῦ ἔδωσα κηρύγματα, εὐκαιρίες μελέτης τῆς ἁγίας Γραφῆς, πλῆθος χριστιανικῶν βιβλίων. Μποροῦσες λοιπὸν νὰ μάθῃς τὴ χριστιανικὴ ἀλήθεια, γιατὶ εἶχες ὅλα τὰ μέσα στὴ διάθεσί σου. Ἀδιαφόρησες ὅμως γιὰ τὴ σωτηρία σου καὶ δὲν καταδέχθηκες νὰ ἀσχοληθῆς μὲ αὐτά. Γι’ αὐτὸ εἶσαι ἀδικαιολόγητος καὶ ἔνοχος, ἄξιος αἰωνίου καταδίκης.

Ὅσο λοιπὸν ὁ Θεὸς μᾶς δίνει προθεσμία, ἂς φροντίσουμε μὲ τὴ μελέτη καὶ τὴν ἀκρόασι τοῦ λόγου του νὰ γνωρίσουμε τὴν πίστι μας καὶ τὶς ὑποχρεώσεις ποὺ ἀπορρέουν ἀπὸ αὐτήν, καὶ μὲ τὴν πρόθυμη καὶ πιστὴ ἐφαρμογή τους νὰ ἐπιτύχουμε τὴ δικαίωσι καὶ νὰ γίνουμε ἄξιοι ζωῆς καὶ δόξης αἰωνίου.

π. Κωνσταντίνου Παπαγιάννη

Για να ωφεληθούν  περισσότερες ψυχές χρειαζόμαστε τη δική σας βοήθεια. Για να βοηθήσετε πατήστε εδώ

Για να διαβάσετε το  Τυπικόν Κυριακής  Ε’ Ματθαίου – Αγίου Παγκρατίου Ιερομάρτυρος πατήστε εδώ 

Για να διαβάσετε ομιλία στην Ευαγγελική περικοπή πατήστε εδώ

Για να δείτε σε αποκλειστικότητα σε Παγκόσμια πρώτη προβολή βίντεο από την ημέρα της Αγιοκατατάξεως του Αγίου Παϊσίου, πατήστε εδώ

Κοινοποίηση άρθρου:
RSS
Follow by Email
Facebook
Facebook
Google+
https://www.agiospatrokosmas.gr/2017/07/08/omilia-mathaiou-e/
Twitter